Ancient Greek-English Dictionary Language

ἁματροχάω

α-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: ἁματροχάω

Structure: ἁματροχά (Stem) + ω (Ending)

Etym.: tre/xw

Sense

  1. to run together

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἁματρόχω ἁματρόχᾳς ἁματρόχᾳ
Dual ἁματρόχᾱτον ἁματρόχᾱτον
Plural ἁματρόχωμεν ἁματρόχᾱτε ἁματρόχωσιν*
SubjunctiveSingular ἁματρόχω ἁματρόχῃς ἁματρόχῃ
Dual ἁματρόχητον ἁματρόχητον
Plural ἁματρόχωμεν ἁματρόχητε ἁματρόχωσιν*
OptativeSingular ἁματρόχῳμι ἁματρόχῳς ἁματρόχῳ
Dual ἁματρόχῳτον ἁματροχῷτην
Plural ἁματρόχῳμεν ἁματρόχῳτε ἁματρόχῳεν
ImperativeSingular ἁματρο͂χᾱ ἁματροχᾶτω
Dual ἁματρόχᾱτον ἁματροχᾶτων
Plural ἁματρόχᾱτε ἁματροχῶντων, ἁματροχᾶτωσαν
Infinitive ἁματρόχᾱν
Participle MasculineFeminineNeuter
ἁματροχων ἁματροχωντος ἁματροχωσα ἁματροχωσης ἁματροχων ἁματροχωντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ἁματρόχωμαι ἁματρόχᾳ ἁματρόχᾱται
Dual ἁματρόχᾱσθον ἁματρόχᾱσθον
Plural ἁματροχῶμεθα ἁματρόχᾱσθε ἁματρόχωνται
SubjunctiveSingular ἁματρόχωμαι ἁματρόχῃ ἁματρόχηται
Dual ἁματρόχησθον ἁματρόχησθον
Plural ἁματροχώμεθα ἁματρόχησθε ἁματρόχωνται
OptativeSingular ἁματροχῷμην ἁματρόχῳο ἁματρόχῳτο
Dual ἁματρόχῳσθον ἁματροχῷσθην
Plural ἁματροχῷμεθα ἁματρόχῳσθε ἁματρόχῳντο
ImperativeSingular ἁματρόχω ἁματροχᾶσθω
Dual ἁματρόχᾱσθον ἁματροχᾶσθων
Plural ἁματρόχᾱσθε ἁματροχᾶσθων, ἁματροχᾶσθωσαν
Infinitive ἁματρόχᾱσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ἁματροχωμενος ἁματροχωμενου ἁματροχωμενη ἁματροχωμενης ἁματροχωμενον ἁματροχωμενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to run together

Similar forms

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION