Ancient Greek-English Dictionary

ἁλιευτικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ἁλιευτικός

Structure: ἁλιευτικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: a(lieu/w

Sense

  1. of or for fishing, the art of fishing

Declension

First/Second declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • τοσούτοισ γάρ ἐνετύχομεν ἐποποιοῖσ Ἁλιευτικὰ γεγραφόσι, καταλογάδην δὲ τοῖσ Σελεύκου τοῦ Ταρσέωσ καὶ Λεωνίδου τοῦ Βυζαντίου καὶ Ἀγαθοκλέουσ τοῦ Ἀτρακίου. (Athenaeus, The Deipnosophists, book 1, chapter 22 2:1)
  • στιλο, ϝερσυ αυτεμ ταλισ φυισσε πραεδιξατε υτ ομνεσ ποετασ συι τεμπορισ ϝιξεριτ, ναμ ετ ξυμ ολψμπιο νεμεσιανο ξοντενδιτ, θυι Ἁλιευτικὰ , Κυνηγετικὰ ετ Ναυτικὰ σξριπσιτ θυιθυε ιν ομνιβυσ ξολονιισ ινλυστρατυσ εμιξυιτ, ετ αυρελιυμ απολλιναρεμ ιαμβορυμ σξριπτορεμ, θυι πατρισ ειυσ γεστα ιν λιττερασ ρεττυλιτ, ιισδεμ θυαε ρεξιταϝερατ εδιτισ ϝελυτι ραδιο ορατιο φερτυρ αδ σενατυμ μισσα ταντυμ ηαβυισσε ελοθυεντιαε υτ ιλλι στατυα νον θυασι ξαεσαρι σεδ θυασι ρηετορι δεξερνερετυρ, πονενδα ιν βιβλιοτηεξα υλπια, ξυι συβσξριπτυμ εστ· (Unknown, Scriptores Historiae Augustae, Vol 3, carus et carinus et numerianus, chapter 11 2:1)
  • εἰσ τὰ Ὀππιανοῦ Ἁλιευτικά Ὀππιανὸσ σέλίδεσσιν ἁλίπλοα φῦλα συνάψασ θήκατο πᾶσι νέοισ ὄψον ἀπειρέσιον. (Unknown, Greek Anthology, Volume V, book 16, chapter 3111)
  • ὁ δὲ τὰ μὲν πλοῖα ἀπέστειλεν εἰσ Αἴγιναν, καὶ τῶν τριήρων τρεῖσ ἢ τέτταρασ συναπαγαγεῖν ἐκέλευσε, ταῖσ δὲ ἄλλαισ παραπλέων παρὰ τὴν Ἀττικήν, ἅτε ἐκ τοῦ λιμένοσ πλέων, πολλὰ καὶ ἁλιευτικὰ ἔλαβε καὶ πορθμεῖα ἀνθρώπων μεστά, καταπλέοντα ἀπὸ νήσων. (Xenophon, Hellenica, , chapter 1 29:1)
  • τοὺσ δ’ ἱστοροῦντασ αὐτὴν ὠνομάσθαι Δίκτυνναν ἀπὸ τοῦ συμφυγεῖν εἰσ ἁλιευτικὰ δίκτυα, διωκομένην ὑπὸ Μίνω συνουσίασ ἕνεκα, διημαρτηκέναι τῆσ ἀληθείασ· (Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica, book 5, chapter 76 4:1)

Synonyms

  1. of or for fishing

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION