Ancient Greek-English Dictionary Language

ἀλαζονεία

First declension Noun; Transliteration:

Principal Part: ἀλαζονεία

Etym.: a)lazw/n

Sense

  1. false pretension, imposture, quackery

Examples

  • κατὰ μὲν τὴν ψυχὴν ἀλαζονεία, καὶ φιλαργυρία καὶ φιλοδοξία καὶ φιλονικία, ἀπιστία καὶ βασκανία. (Septuagint, Liber Maccabees IV 1:25)
  • ἀκολουθεῖ δὲ τῇ ἀδικίᾳ συκοφαντία, ἀλαζονεία, φιλανθρωπία προσποίητοσ, κακοήθεια, πανουργία. (Aristotle, Virtues and Vices 39:1)
  • διῳκήθη μὲν οὖν καὶ ἄλλα, τελευταῖον δὲ τὸ περὶ τῶν πλουσίων ἐπεὶ γὰρ αὐτῶν κατηγόρητο πολλὰ καὶ δεινά, βία καὶ ἀλαζονεία καὶ ὑπεροψία καὶ ἀδικία, τέλοσ ἀναστάσ τισ τῶν δημαγωγῶν ἀνέγνω ψήφισμα τοιοῦτον. (Lucian, Necyomantia, (no name) 19:5)
  • ὕστερον δὲ καὶ τοῦ περιπάτου προστὰσ ἐδείπνιζε τοὺσ φίλουσ ἀλαζονείᾳ καὶ πολυτελείᾳ πολλῇ χρώμενοσ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 12, book 12, chapter 692)
  • τῶν ἡδυσμάτων πάντων κράτιστόν ἐστιν ἐν μαγειρικῇ ἀλαζονεία· (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 9, book 9, chapter 203)

Synonyms

  1. false pretension

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION