Ancient Greek-English Dictionary Language

ἄγραφος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ἄγραφος ἄγραφος ἄγραφον

Structure: ἀ (Prefix) + γραφ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: gra/fw

Sense

  1. unwritten
  2. Not registered, not recorded

Examples

  • ἄγραφοι δ’ εἰσὶν αὐτῷ Μεγίστη, Ἀγαλλίσ, Θαυμάριον, Θεόκλεια αὕτη δ’ ἐπεκαλεῖτο Κορώνη, Ληναιτόκυστοσ, Ἄστρα, Γνάθαινα καὶ ταύτησ θυγατριδῆ Γναθαίνιον, καὶ Σιγὴ καὶ Συνωρὶσ ἡ Λύχνοσ ἐπικαλουμένη, καὶ Εὔκλεια καὶ Γρυμέα καὶ Θρυαλλίσ, ἔτι Χίμαιρα καὶ Λαμπάσ, τῆσ δὲ Γναθαίνησ ἤρα δεινῶσ, ὡσ καὶ πρότερον εἴρηται, Δίφιλοσ ὁ κωμῳδιοποιόσ, ὡσ καὶ Λυγκεὺσ ὁ Σάμιοσ ἐν τοῖσ Ἀπομνημονεύμασιν ἱστορεῖ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 13, book 13, chapter 46 1:1)

Synonyms

  1. unwritten

  2. Not registered

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION