헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀδέω

ε 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀδέω

형태분석: ἀδέ (어간) + ω (인칭어미)

어원: a)/w satio

  1. to be sated, should be sated with, feel loathing at, sated with

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ά̓δω

ά̓δεις

ά̓δει

쌍수 ά̓δειτον

ά̓δειτον

복수 ά̓δουμεν

ά̓δειτε

ά̓δουσιν*

접속법단수 ά̓δω

ά̓δῃς

ά̓δῃ

쌍수 ά̓δητον

ά̓δητον

복수 ά̓δωμεν

ά̓δητε

ά̓δωσιν*

기원법단수 ά̓δοιμι

ά̓δοις

ά̓δοι

쌍수 ά̓δοιτον

ἀδοίτην

복수 ά̓δοιμεν

ά̓δοιτε

ά̓δοιεν

명령법단수 ᾶ̓δει

ἀδεῖτω

쌍수 ά̓δειτον

ἀδεῖτων

복수 ά̓δειτε

ἀδοῦντων, ἀδεῖτωσαν

부정사 ά̓δειν

분사 남성여성중성
ἀδων

ἀδουντος

ἀδουσα

ἀδουσης

ἀδουν

ἀδουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ά̓δουμαι

ά̓δει, ά̓δῃ

ά̓δειται

쌍수 ά̓δεισθον

ά̓δεισθον

복수 ἀδοῦμεθα

ά̓δεισθε

ά̓δουνται

접속법단수 ά̓δωμαι

ά̓δῃ

ά̓δηται

쌍수 ά̓δησθον

ά̓δησθον

복수 ἀδώμεθα

ά̓δησθε

ά̓δωνται

기원법단수 ἀδοίμην

ά̓δοιο

ά̓δοιτο

쌍수 ά̓δοισθον

ἀδοίσθην

복수 ἀδοίμεθα

ά̓δοισθε

ά̓δοιντο

명령법단수 ά̓δου

ἀδεῖσθω

쌍수 ά̓δεισθον

ἀδεῖσθων

복수 ά̓δεισθε

ἀδεῖσθων, ἀδεῖσθωσαν

부정사 ά̓δεισθαι

분사 남성여성중성
ἀδουμενος

ἀδουμενου

ἀδουμενη

ἀδουμενης

ἀδουμενον

ἀδουμενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • "ἐν βραχεῖ παῖδασ αὐτοὺσ ἀπέφηνε, προφήτησ καὶ ^ θιασάρχησ καὶ ξυναγωγεὺσ καὶ πάντα μόνοσ αὐτὸσ ὤν, καὶ τῶν βίβλων τὰσ μὲν ἐξηγεῖτο καὶ διεσάφει, πολλὰσ δὲ αὐτὸσ καὶ συνέγραφεν, καὶ ὡσ θεὸν αὐτὸν ἐκεῖνοι ᾐδοῦντο ^ καὶ νομοθέτῃ ἐχρῶντο καὶ προστάτην ἐπεγράφοντο, μετὰ ^ γοῦν ἐκεῖνον ὃν ἔτι σέβουσι, τὸν ἄνθρωπον τὸν ἐν τῇ Παλαιστίνῃ ἀνασκολοπισθέντα, ὅτι καινὴν ταύτην ^ τελετὴν εἰσῆγεν ἐσ ^ τὸν βίον. (Lucian, De morte Peregrini, (no name) 9:12)

    (루키아노스, De morte Peregrini, (no name) 9:12)

  • οὕτωσ οὐδὲ ἡ κωμικὴ χάρισ ἀπηξίωσεν οὐδὲ ἀπέκλεισε τῆσ σκηνῆσ τὸ τῆσ μυίασ ὄνομα, οὐδ’ οἱ γονεῖσ ᾐδοῦντο τὰσ θυγατέρασ οὕτω καλοῦντεσ. (Lucian, Muscae Encomium, (no name) 11:2)

    (루키아노스, Muscae Encomium, (no name) 11:2)

  • οἱ παρόντεσ δὲ οἱ μὲν ᾐδοῦντο, οἱ δὲ ἐγέλων, ἄχρι ἀπηγόρευσε παιόμενοσ ὁ Ἀλκιδάμασ ὑπὸ συγκεκροτημένου ἀνθρωπίσκου καταγωνισθείσ. (Lucian, Symposium, (no name) 19:4)

    (루키아노스, Symposium, (no name) 19:4)

  • δῶρα δὲ ἀντὶ τῶν πολυτελῶν τοῖσ μὲν Ἕλλησι τεῦτλα καὶ θρίδακασ καὶ ῥαφανῖδασ καὶ ἀπίουσ, τοῖσ δὲ Ῥωμαίοισ οἴνου κεράμια καὶ κρέα ὑειά καὶ σῦκα καὶ σικύουσ καὶ ξύλων ἀγκαλίδασ, ὧν τὴν εὐτέλειαν οἱ μὲν ἐγέλων, οἱ δὲ ᾐδοῦντο τοῦ Κάτωνοσ τὸ αὐστηρὸν καὶ κατεστυμμένον ὁρῶντεσ ἡσυχῇ μεταβάλλον εἰσ διάχυσιν. (Plutarch, Cato the Younger, chapter 46 3:1)

    (플루타르코스, Cato the Younger, chapter 46 3:1)

  • οἳ γῆν μολόντεσ Ἑλλάδ’ οὐ θεῶν βρέτη ᾐδοῦντο συλᾶν οὐδὲ πιμπράναι νεώσ· (Aeschylus, Persians, episode, iambics 2:6)

    (아이스킬로스, 페르시아인들, episode, iambics 2:6)

유의어

  1. to be sated

관련어

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION