- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

Κρητικός?

First/Second declension Adjective; Transliteration: Krētikos

Principal Part: Κρητικός Κρητική Κρητικόν

Structure: Κρητικ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. of or from the island of Crete, Cretan
  2. a short garment
  3. a Cretic, amphimacer

Examples

  • Κυανόπρῳρα μὲν ναῦς μενέκτυπον Θησέα δὶς ἑπτά τ ἀγλαοὺς ἄγουσα κούρους Ιαὄνων Κρητικὸν τάμνε πέλαγος: (Bacchylides, , dithyrambs, ode 17 1:1)
  • ἔστιν γὰρ καὶ ταύτῃ κυνῶν γένος ἰχνεῦσαι μὲν οὐ μεῖον σοφὸν ἢ τὸ Καρικὸν καὶ Κρητικὸν, τὴν δὲ ἰδέαν ἀνιαρὸν καὶ θηριῶδες. (Arrian, Cynegeticus, chapter 3 1:2)
  • μεταθεῖν δὲ καὶ ἀνευρίσκειν τὸν ὑποκινήσαντα οὔτε τῶν Καρικῶν φαυλότεραί εἰσιν οὔτε τῶν Κρητικῶν, ὅτι μὴ κατὰ τὴν ὠκύτητα. (Arrian, Cynegeticus, chapter 3 4:1)
  • αἱ δὲ ποδώκεις κύνες αἱ Κελτικαὶ καλοῦνται μὲν οὐέρτραγοι φωνῇ τῇ Κελτῶν, οὐκ ἀπὸ ἔθνους οὐδενός, καθάπερ αἱ Κρητικαὶ ἢ Καρικαὶ ἢ Λάκαιναι, ἀλλ᾿ ὡς τῶν Κρητικῶν αἱ διάπονοι ἀπὸ τοῦ φιλοπονεῖν καὶ αἱ ἰταμαὶ ἀπὸ τοῦ ὀξέος καὶ αἱ μικταὶ ἀπ᾿ ἀμφοῖν, οὕτω δὲ καὶ αὗται ἀπὸ τῆς ὠκύτητος. (Arrian, Cynegeticus, chapter 3 6:2)
  • ὃ μὲν γάρ τις ἐξελιγμὸς Μακεδών, ὃ δὲ Λάκων, ὃ δὲ Κρητικὸς ὀνομάζεται: (Arrian, chapter 23 2:2)
  • μέσης μὲν γὰρ γινομένης τῆς βραχείας, ἄκρων δὲ τῶν μακρῶν κρητικός τε λέγεται καὶ ἔστιν οὐκ ἀγεννής. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 1734)
  • τρεῖς μὲν γὰρ οἱ τοῦ πρώτου προηγούμενοι κώλου σπονδεῖοι πόδες εἰσίν, ὁ δὲ τέταρτος ἀνάπαιστος, ὁ δὲ μετὰ τοῦτον αὖθις σπονδεῖος, ἔπειτα κρητικός, ἅπαντες ἀξιωματικοί. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 1811)
  • ὁ δ ἑξῆς μᾶλλον κρητικὸς ἢ ἀνάπαιστος: (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 1828)
  • μεθ οὓς αὖθις κρητικός, ἔπειτα τελευταῖος ὑποβάκχειος. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 1834)

Synonyms

  1. a short garment

Related

명사

형용사

동사

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION