Ancient Greek-English Dictionary

ὑποθετικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ὑποθετικός

Structure: ὑποθετικ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. hypothetical
  2. belonging to the subject
  3. suggestive, hortatory

Examples

  • Ἡ περὶ τοὺσ μεταπίπτοντασ καὶ ὑποθετικούσ, ἔτι δὲ ἠρωτῆσθαι περαίνοντασ καὶ πάντασ ἁπλῶσ τοὺσ τοιούτουσ λόγουσ πραγματεία λανθάνει τοὺσ πολλοὺσ περὶ καθήκοντοσ οὖσα. (Epictetus, Works, book 1, 1:1)
  • Ἀναγιγνώσκοντοσ δὲ τοὺσ ὑποθετικοὺσ ἔφη Νόμοσ ὑποθετικόσ ἐστι καὶ οὗτοσ τὸ ἀκόλουθον τῇ ὑποθέσει παραδέχεσθαι. (Epictetus, Works, book 1, 1:1)
  • εἰ δέ τισ μόνον ἐπιδείκνυσθαι θέλων ἐν συμποσίῳ ὅτι οἶδεν τοὺσ ὑποθετικοὺσ ἀναγιγνώσκει ταῦτα καὶ προσέρχεται τοῖσ φιλοσόφοισ, οὗτοσ ἄλλο τι πράσσει ἵνα αὐτὸν συγκλητικὸσ παρακατακείμενοσ θαυμάσει; (Epictetus, Works, book 1, 9:1)
  • Ταράξασ δὲ τὸν ἀναγιγνώσκοντα τοὺσ ὑποθετικοὺσ καὶ γελάσαντοσ τοῦ ὑποθεμένου αὐτῷ τὴν ἀνάγνωσιν Σεαυτοῦ, ἔφη, καταγελᾷσ· (Epictetus, Works, book 1, 13:1)
  • οὐκ ἐφοδεύετε Ψευδομένου λήμματα, ὑποθετικούσ; (Epictetus, Works, book 2, 17:9)

Synonyms

  1. hypothetical

  2. belonging to the subject

  3. suggestive

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION