Ancient Greek-English Dictionary Language

ὑπογράφω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: ὑπογράφω

Structure: ὑπο (Prefix) + γράφ (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to write under
  2. to sign (one’s name)

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ὑπογράφω ὑπογράφεις ὑπογράφει
Dual ὑπογράφετον ὑπογράφετον
Plural ὑπογράφομεν ὑπογράφετε ὑπογράφουσιν*
SubjunctiveSingular ὑπογράφω ὑπογράφῃς ὑπογράφῃ
Dual ὑπογράφητον ὑπογράφητον
Plural ὑπογράφωμεν ὑπογράφητε ὑπογράφωσιν*
OptativeSingular ὑπογράφοιμι ὑπογράφοις ὑπογράφοι
Dual ὑπογράφοιτον ὑπογραφοίτην
Plural ὑπογράφοιμεν ὑπογράφοιτε ὑπογράφοιεν
ImperativeSingular ὑπογράφε ὑπογραφέτω
Dual ὑπογράφετον ὑπογραφέτων
Plural ὑπογράφετε ὑπογραφόντων, ὑπογραφέτωσαν
Infinitive ὑπογράφειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ὑπογραφων ὑπογραφοντος ὑπογραφουσα ὑπογραφουσης ὑπογραφον ὑπογραφοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ὑπογράφομαι ὑπογράφει, ὑπογράφῃ ὑπογράφεται
Dual ὑπογράφεσθον ὑπογράφεσθον
Plural ὑπογραφόμεθα ὑπογράφεσθε ὑπογράφονται
SubjunctiveSingular ὑπογράφωμαι ὑπογράφῃ ὑπογράφηται
Dual ὑπογράφησθον ὑπογράφησθον
Plural ὑπογραφώμεθα ὑπογράφησθε ὑπογράφωνται
OptativeSingular ὑπογραφοίμην ὑπογράφοιο ὑπογράφοιτο
Dual ὑπογράφοισθον ὑπογραφοίσθην
Plural ὑπογραφοίμεθα ὑπογράφοισθε ὑπογράφοιντο
ImperativeSingular ὑπογράφου ὑπογραφέσθω
Dual ὑπογράφεσθον ὑπογραφέσθων
Plural ὑπογράφεσθε ὑπογραφέσθων, ὑπογραφέσθωσαν
Infinitive ὑπογράφεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ὑπογραφομενος ὑπογραφομενου ὑπογραφομενη ὑπογραφομενης ὑπογραφομενον ὑπογραφομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to write under

  2. to sign

Derived

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION