Ancient Greek-English Dictionary Language


Non-contract Verb; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: ὑποβλέπω ὑποβλέψομαι

Structure: ὑπο (Prefix) + βλέπ (Stem) + ω (Ending)


  1. to look up from under, at, glance at, to look askance at, eye suspiciously or angrily, to cast, glances, to be looked at with suspicion


Present tense

1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ὑποβλέπω ὑποβλέπεις ὑποβλέπει
Dual ὑποβλέπετον ὑποβλέπετον
Plural ὑποβλέπομεν ὑποβλέπετε ὑποβλέπουσιν*
SubjunctiveSingular ὑποβλέπω ὑποβλέπῃς ὑποβλέπῃ
Dual ὑποβλέπητον ὑποβλέπητον
Plural ὑποβλέπωμεν ὑποβλέπητε ὑποβλέπωσιν*
OptativeSingular ὑποβλέποιμι ὑποβλέποις ὑποβλέποι
Dual ὑποβλέποιτον ὑποβλεποίτην
Plural ὑποβλέποιμεν ὑποβλέποιτε ὑποβλέποιεν
ImperativeSingular ὑποβλέπε ὑποβλεπέτω
Dual ὑποβλέπετον ὑποβλεπέτων
Plural ὑποβλέπετε ὑποβλεπόντων, ὑποβλεπέτωσαν
Infinitive ὑποβλέπειν
Participle MasculineFeminineNeuter
ὑποβλεπων ὑποβλεποντος ὑποβλεπουσα ὑποβλεπουσης ὑποβλεπον ὑποβλεποντος
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular ὑποβλέπομαι ὑποβλέπει, ὑποβλέπῃ ὑποβλέπεται
Dual ὑποβλέπεσθον ὑποβλέπεσθον
Plural ὑποβλεπόμεθα ὑποβλέπεσθε ὑποβλέπονται
SubjunctiveSingular ὑποβλέπωμαι ὑποβλέπῃ ὑποβλέπηται
Dual ὑποβλέπησθον ὑποβλέπησθον
Plural ὑποβλεπώμεθα ὑποβλέπησθε ὑποβλέπωνται
OptativeSingular ὑποβλεποίμην ὑποβλέποιο ὑποβλέποιτο
Dual ὑποβλέποισθον ὑποβλεποίσθην
Plural ὑποβλεποίμεθα ὑποβλέποισθε ὑποβλέποιντο
ImperativeSingular ὑποβλέπου ὑποβλεπέσθω
Dual ὑποβλέπεσθον ὑποβλεπέσθων
Plural ὑποβλέπεσθε ὑποβλεπέσθων, ὑποβλεπέσθωσαν
Infinitive ὑποβλέπεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
ὑποβλεπομενος ὑποβλεπομενου ὑποβλεπομενη ὑποβλεπομενης ὑποβλεπομενον ὑποβλεπομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.


Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool