헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

τραχύτης

3군 변화 명사; 여성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: τραχύτης τραχύτητος

형태분석: τραχυτητ (어간) + ς (어미)

어원: traxu/s

  1. 거침, 얼얼하게 매운 것, 까칠함, 비듬
  2. 거침, 엄격, 까칠함
  1. roughness, ruggedness, sharpness
  2. roughness, harshness

곡용 정보

3군 변화
단수 쌍수 복수
주격 τραχύτης

거침이

τραχύτητε

거침들이

τραχύτητες

거침들이

속격 τραχύτητος

거침의

τραχυτήτοιν

거침들의

τραχυτήτων

거침들의

여격 τραχύτητι

거침에게

τραχυτήτοιν

거침들에게

τραχύτησιν*

거침들에게

대격 τραχύτητα

거침을

τραχύτητε

거침들을

τραχύτητας

거침들을

호격 τραχύτη

거침아

τραχύτητε

거침들아

τραχύτητες

거침들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • πιλούμενοσ δὲ κακοῖσ περὶ πολλὰσ τραχύτητασ ἔκραζεν. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 1875)

    (디오니시오스, De Compositione Verborum, chapter 1875)

  • , πολλὰσ ἅμα καὶ αὐτὴ περιέχουσα φωνηέντων τε πρὸσ φωνήεντα ἀντιτυπίασ καὶ ἡμιφώνων πρὸσ ἡμίφωνα καὶ ἄφωνα, ἅσπερ ἐργάζεται τὰ μὴ συνῳδὰ τῇ φύσει τραχύτητασ. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 2290)

    (디오니시오스, De Compositione Verborum, chapter 2290)

  • ἀνακοπὰσ καὶ ἀντιστηριγμοὺσ λαμβάνειν καὶ τραχύτητασ ἐν ταῖσ συμπλοκαῖσ τῶν ὀνομάτων ἐπιστυφούσασ τὴν ἀκοὴν ἡσυχῇ βούλεται. (Dionysius of Halicarnassus, De Demosthene, chapter 38 2:4)

    (디오니시오스, De Demosthene, chapter 38 2:4)

  • ἐν τούτοισ γὰρ δὴ τά τε φωνήεντα πολλαχῇ συγκρουόμενα δῆλά ἐστι καὶ τὰ ἡμίφωνα καὶ ἄφωνα, ἐξ ὧν στηριγμούσ τε καὶ ἐγκαθισμοὺσ αἱ ἁρμονίαι λαμβάνουσι καὶ τραχύτητασ αἱ φωναὶ συχνάσ. (Dionysius of Halicarnassus, De Demosthene, chapter 43 4:2)

    (디오니시오스, De Demosthene, chapter 43 4:2)

  • "ἡ δὲ σελήνη πολλὰσ ἀνωμαλίασ ἔχει καὶ τραχύτητασ, ὥστε τὰσ αὐγὰσ ἀπὸ σώματοσ μεγάλου προσφερομένασ ὕψεσιν ἀξιολόγοισ, ἀντιλάμψεισ καὶ διαδόσεισ ἀπ’ ἀλλήλων λαμβάνουσιν, ἀνακλᾶσθαί τε παντοδαπῶσ καὶ περιπλέκεσθαι καὶ συνάπτειν αὐτὴν ἑαυτῇ τὴν, ἀνταύγειαν, οἱο͂ν ἀπὸ πολλῶν φερομένην πρὸσ ἡμᾶσ κατόπτρων. (Plutarch, De faciae quae in orbe lunae apparet, section 17 4:12)

    (플루타르코스, De faciae quae in orbe lunae apparet, section 17 4:12)

유의어

  1. 거침

관련어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION