Ancient Greek-English Dictionary Language

συγγενικός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: συγγενικός

Structure: συγγενικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: from suggenh/s

Sense

  1. (of a predisposition to disease) congenital or hereditary
  2. of or for kinsmen, between kinfolk
  3. (metaphoric) kindred, of a common kind

Examples

  • τῶν δὲ Κορινθίων πόλεμον αὐτοῖσ ἐξεργασαμένων πρὸσ ἀλλήλουσ ἀεὶ γὰρ ἐπεβούλευον ὑφ’ αὑτοῖσ ποιήσασθαι τὴν Μεγαρικήν, ὅμωσ δι’ ἐπιείκειαν ἡμέρωσ ἐπολέμουν καὶ συγγενικῶσ. (Plutarch, Quaestiones Graecae, section 174)
  • τῶν δὲ Κορινθίων πόλεμον αὐτοῖσ ἐξεργασαμένων πρὸσ ἀλλήλουσ ἀεὶ γὰρ ἐπεβούλευον ὑφ’ αὑτοῖσ ποιήσασθαι τὴν Μεγαρικήν, ὅμωσ δι’ ἐπιείκειαν ἡμέρωσ ἐπολέμουν καὶ συγγενικῶσ. (Plutarch, Quaestiones Graecae, section 17 1:1)
  • τὸν αὐτὸν τοίνυν τρόπον ὑμεῖσ, ὦ ἄνδρεσ Ἀθηναῖοι, τὴν πόλιν οἰκεῖτε συγγενικῶσ καὶ φιλανθρώπωσ, οἱ μὲν οὕτωσ ὁρῶντεσ τὰ τῶν ἠτυχηκότων ἔργα ὥστε, τὸ τῆσ παροιμίασ, ὁρῶντασ μὴ ὁρᾶν καὶ ἀκούοντασ μὴ ἀκούειν, οἱ δ’ οὕτω ποιοῦντεσ ἃ πράττουσιν ὥστ’ εἶναι φανεροὶ καὶ φυλαττόμενοι καὶ αἰσχυνόμενοι. (Demosthenes, Speeches 21-30, 108:1)
  • τὸν γὰρ δὴ χρόνον οὐ ζητητέον ὥσπερ καὶ τὰ λοιπά, ὅσα ἐν ὑποκειμένῳ ζητοῦμεν ἀνάγοντεσ ἐπὶ τὰσ βλεπομένασ παρ’ ἡμῖν αὐτοῖσ προλήψεισ, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἐνάργημα, καθ’ ὃ τὸν πολὺν ἢ ὀλίγον χρόνον ἀναφωνοῦμεν, συγγενικῶσ τοῦτο περιφέροντεσ, ἀναλογιστέον. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, I, EPIKOUROS 72:2)

Synonyms

  1. congenital or hereditary

  2. kindred

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION