πωλητήριον?
2군 변화 명사; 중성
자동번역
로마알파벳 전사: pōlētērion
고전 발음: [뽈:레:떼:리온]
신약 발음: [뽈레떼리온]
기본형:
πωλητήριον
πωλητήριου
형태분석:
πωλητηρι
(어간)
+
ον
(어미)
뜻
- 가게, 매장, 상점, 여관
- a place where wares are sold, an auction-room, shop
- the office of the
곡용 정보
2군 변화
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- ἀγαθῇ τύχῃ τοὺς ὠνητὰς ἤδη παρεῖναι πρὸς τὸ πωλητήριον. (Lucian, Vitarum auctio, (no name) 1:3)
(루키아노스, Vitarum auctio, (no name) 1:3)
- ὃς καθάπερ τὰ ἀνδράποδα παραγαγὼν ἡμᾶς ἐπὶ τὸ πωλητήριον καὶ κήρυκα ἐπιστήσας ἀπημπόλησεν, ὥς φασιν, τοὺς μὲν ἐπὶ πολλῷ, ἐνίους δὲ μνᾶς Ἀττικῆς, ἐμὲ δὲ ὁ παμπονηρότατος οὗτος δύ ὀβολῶν οἱ παρόντες δὲ ἐγέλων. (Lucian, Piscator, (no name) 27:6)
(루키아노스, Piscator, (no name) 27:6)
- εἰ δὲ καὶ τοῖς ἀγοραίοις οἰκήσεις τε καὶ πωλητήρια κατασκευασθείη καὶ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν τῷ ἄστει, ἅμα τ ἂν κόσμος εἰή τῇ πόλει καὶ πολλαὶ ἂν ἀπὸ τούτων πρόσοδοι γίγνοιντο. (Xenophon, Minor Works, , chapter 3 16:1)
(크세노폰, Minor Works, , chapter 3 16:1)
- καὶ ἐς τὰ πωλητήρια περιιὼν ἀποκηρύσσειν ἔλεγεν ὅσου δύναιντο πάντα τοὺς πιπράσκοντας ὀλιγίστου, διά τε δίκας ἀμφίβολα ἢ ἐπίφοβα ἔτι ὄντα καὶ διὰ τὴν Καίσαρος σπουδήν. (Appian, The Civil Wars, book 3, chapter 3 3:3)
(아피아노스, The Civil Wars, book 3, chapter 3 3:3)
- ταύτην τὴν ἄνθρωπον, τὴν τοιαῦτ εὐεργετήσασαν αὐτόν, ὡς πολὺς παρ ὑμῖν ἔπνει καὶ λαμπρός, μεμφομένην τι καὶ τούτων ὑπομιμνῄσκουσαν καὶ ἀξιοῦσαν εὖ παθεῖν τὸ μὲν πρῶτον ῥαπίσας καὶ ἀπειλήσας ἀπέπεμψεν ἀπὸ τῆς οἰκίας, ὡς δ οὐκ ἐπαύεθ ἡ ἄνθρωπος, ἀλλὰ γυναίου πρᾶγμ ἐποίει καὶ πρὸς τοὺς γνωρίμους προσιοῦς ἐνεκάλει, λαβὼν αὐτὸς αὐτοχειρίᾳ πρὸς τὸ πωλητηρίον τοῦ μετοικίου ἀπήγαγεν: (Demosthenes, Speeches 21-30, 67:1)
(데모스테네스, Speeches 21-30, 67:1)
유의어
-
the office of the
- χοροδιδασκαλία (업무, 판공실)
- τελωνία (업무, 판공실)
- σιτομετρία (업무, 판공실)
- πρόεδρος (the, in office)
- προεδρία (업무, 판공실)
- παιδονομία (업무, 판공실)
- κανηφορία (업무, 판공실)
- ἱππαρχία (업무, 판공실)
- ἀστυνομία (업무, 판공실)
- ἐπισκοπή (업무, 판공실, 사무실)
- φυλαρχία (업무, 판공실)
- τιμή (high office)
- στρατοφύλαξ (a commanding officer)
- πρᾶξις (업무, 일, 상업)
- χιλιαρχία (the office or post)
- λοχαγία (the rank or office of)
- ταγεία (the office or rank of)
- τόπος (자리, 공직)
- ἀρχίδιον (a petty office, petty officer)
- βιβλιοθήκη (records office)
- ἐξουσία (제목, 표제, 업무)
- θᾶκος (a chair of office)
- σπουδαρχία (canvassing for office)
- ἱεροφαντία (the office of hierophant)
- ταμιεία (the office of paymaster)
- γυμνασιαρχία (the office of a gymnasiarch)