προσκαλέω
ε-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
προσκαλέω
προσκαλέσω
Structure:
προς
(Prefix)
+
καλέ
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- to call to, call on, summon
- (middle voice, perfect passive) to call to oneself, call to one
- (in Attic, of an accuser) to cite or summon to court
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- Ἀλλὰ ἐκεῖνοσ ἑκὼν προσίεταί με καὶ προσκαλεῖται, ἡ Ἀθηνᾶ δὲ ὑφορᾶται ἀεί, καί ποτε ἐγὼ μὲν ἄλλωσ παρέπτην πλησίον ἔχων τὴν λαμπάδα, ἡ δέ, εἴ μοι πρόσει, φησί, νὴ τὸν πατέρα, τῷ δορατίῳ σε διαπείρασα ἢ τοῦ ποδὸσ λαβομένη καὶ ἐσ τὸν Τάρταρον ἐμβαλοῦσα ἢ αὐτὴ διασπασαμένη διαφθερῶ. (Lucian, Dialogi deorum, 2:6)
- [οὗ]τοσ προσκαλεῖται μὲν περιὼν πάντασ ἀνθρώπουσ, τῶν δ’ ὅσοι μὲν [ἂν] μὴ διδῶσιν αὐ[τῷ] ἀργύριον, κρίν[ει καὶ] κατηγορεῖ, ὁπ[όσοι] δ’ ἂν ἐθέλωσιν [ἀπο]τίνειν, ἀφίησιν, [τὸ] δ’ ἀργύριον Θεο[μνή]στῳ δίδωσιν· (Hyperides, Speeches, 9:2)
- "ἢ πολλὰ μὲν ἔπεστι καὶ συνεπιφαίνεται, κινεῖ δ’ οὐδὲν οὐδὲ προσκαλεῖται τὸν ἔρωτα; (Plutarch, Amatorius, section 2115)
- "καὶ ἀπὸ ταύτησ συλλογιζομένοισ ἀπέχει ὁ ἥλιοσ τῆσ σελήνησ πλέον ἢτετρακισχιλίασ τριάκοντα μυριάδασ οὕτωσ ἀπῴκισται τοῦ ἡλίου διὰ βάροσ καὶ τοσοῦτο τῇ γῇ προσκεχώρηκεν, ὥστε, εἰ τοῖσ τόποισ τὰσ οὐσίασ διαιρετέον, ἡ γῆσ μοῖρα καὶ ὡρ́α προσκαλεῖται σελήνην καὶ τοῖσ περὶ γῆν πράγμασι καὶ σώμασιν ἐπίδικὸσ ἐστι κατ’ ἀγχιστείαν καὶ γειτνίασιν. (Plutarch, De faciae quae in orbe lunae apparet, section 10 1:5)
- ἀνθρώπῳ νηκτόν, ὃ μὴ πέτραισ προσέχεται καὶ προσπέφυκεν, οὐδ’ ἁλώσιμον ἄνευ πραγματείασ, ὡσ λύκοισ μὲν ὄνοι καὶ μέροψι μέλισσαι χελιδόσι δὲ τέττιγεσ, ἐλάφοισ δ’ ὄφεισ ἀγόμενοι ῥᾳδίωσ ὑπ’ αὐτῶν ᾗ καὶ τοὔνομα πεποίηται παρώνυμον οὐ τῆσ ἐλαφρότητοσ ἀλλὰ τῆσ ἕλξεωσ τοῦ ὄφεωσ,, καὶ τὸ πρόβατον προσκαλεῖται τῷ ποδὶ τὸν λύκον· (Plutarch, De sollertia animalium, chapter, section 24 1:1)
- εἰ δέ τι δεῖ καὶ παραδείγμασι χρῆσθαι, μή τισ ἀναπόδεικτα δόξῃ λέγειν ἡμᾶσ, ποιήσω καὶ τοῦτο, προχειρισάμενοσ τὸν ὑπὲρ Εὐφιλήτου λόγον, ἐν ᾇ τὸν Ἐρχιέων δῆμον εἰσ τὸ δικαστήριον προσκαλεῖταί τισ τῶν ἀποψηφισθέντων ὡσ ἀδίκωσ τῆσ πολιτείασ ἀπελαυνόμενοσ. (Dionysius of Halicarnassus, chapter 16 2:1)
Synonyms
-
to call to
- κικλήσκω (to call, summon)
- ἐκπροκαλέομαι (to call to oneself or summon out of)
- ἐκκαλέω (to call out or forth, summon forth)
- καλέω (I call, summon, I invite)
- ἐπικαλέω ( to call before one, summon)
- κατακαλέω (to call down, summon, invite)
- μετακαλέω (to call in)
- ἐπιφθέγγομαι (to call to)
- προσεννέπω (to call)
- ἐνέπω (to call)
- ἀναβοάω (to call on)
- ἐκκαλέω (to call on, to)
- εἰσκαλέω (to call in)
- εἰσάγω (to call in)
- ἐγκαλέω (to call in)
- ἀυτέω (to call to)
- ἀνακαλέω (to call)
- ἀνακαλέω (to summon, cite, to call to oneself)
- ἀντιπροσκαλέομαι (to summon in turn)
-
to call to oneself
-
to cite or summon to court
Derived
- ἀνακαλέω (to call up the dead, to call again and again, to invoke)
- ἀποκαλέω (to call back, recall, to call away or aside)
- ἐκκαλέω (to call out or forth, summon forth, to call out to oneself)
- ἐπικαλέω (to call upon a god, invoke, to invite)
- καλέω (I call, summon, I invite)
- κατακαλέω (to call down, summon, invite)
- μετακαλέω (to call away to another place, to call back, recall)
- παρακαλέω (I appeal, I urge, I exhort)
- προκαλέω (to call forth, to call out to fight, challenge)
- προσπαρακαλέω (to call in besides, invite, to exhort besides)
- συγκαλέω (to call to council, convoke, convene)