Ancient Greek-English Dictionary Language

περιπατητικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: περιπατητικός

Structure: περιπατητικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: from peripate/w

Sense

  1. Given to walking around

Declension

First/Second declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • "’ οὗτοι τοίνυν εἰσ συστήματα διαιρεθέντεσ καὶ διαφόρουσ λόγων λαβυρίνθουσ ἐπινοήσαντεσ οἱ μὲν Στωϊκοὺσ ὠνομάκασιν ἑαυτούσ, οἱ δὲ Ἀκαδημαϊκούσ, οἱ δὲ Ἐπικουρείουσ, οἱ δὲ Περιπατητικοὺσ καὶ ἄλλα πολλῷ γελοιότερα τούτων ἔπειτα δὲ ὄνομα σεμνὸν τὴν ἀρετὴν περιθέμενοι καὶ τὰσ ὀφρῦσ ἐπάραντεσ καὶ τὰ μέτωπα ῥυτιδώσαντεσ καὶ τοὺσ πώγωνασ ἐπισπασάμενοι περιέρχονται ἐπιπλάστῳ σχήματι κατάπτυστα ἤθη περιστέλλοντεσ, ἐμφερεῖσ μάλιστα τοῖσ τραγικοῖσ ἐκείνοισ ὑποκριταῖσ, ὧν ἢν ἀφέλῃ τισ τὰ προσωπεῖα καὶ τὴν χρυσόπαστον ἐκείνην στολήν, τὸ καταλειπόμενόν ἐστι γελοῖον ἀνθρώπιον ἑπτὰ δραχμῶν ἐσ τὸν ἀγῶνα μεμισθωμένον. (Lucian, Icaromenippus, (no name) 29:3)
  • λέγει δ’ ὁ μὲν πρότεροσ οὐδὲν ὀρθῶσ ἐγνωκέναι περὶ φύσεωσ τοὺσ περιπατητικούσ, ὁ δὲ δεύτεροσ Ἐρασίστρατον. (Galen, On the Natural Faculties., B, section 413)
  • τοὺσ πλείστουσ ὑμῶν Ἐπικουρείουσ εὑρήσετε, ὀλίγουσ τινὰσ Περιπατητικοὺσ καὶ τούτουσ ἐκλελυμένουσ. (Epictetus, Works, book 2, 20:2)
  • Ἡμεῖσ δὲ τοὺσ Ἀκαδημαϊκοὺσ τοὺσ ἀπὸ Πλάτωνοσ διεληλυθότεσ ἔλθωμεν ἐπὶ τοὺσ ἀπὸ Πλάτωνοσ περιπατητικούσ, ὧν ἦρξεν Ἀριστοτέλησ. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, D, Kef. i'. KLEITOMAXOS 1:10)
  • Πλήθει δὲ βιβλίων καὶ ἀριθμῷ στίχων σχεδὸν ἅπαντασ παρελήλακε τοὺσ κατ’ αὐτὸν περιπατητικούσ, εὐπαίδευτοσ ὢν καὶ πολύπειροσ παρ’ ὁντινοῦν· (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, E, Kef. e'. DHMHTRIOS 6:1)

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION