καταφυγή
1군 변화 명사; 여성
자동번역
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
καταφυγή
형태분석:
καταφυγ
(어간)
+
η
(어미)
뜻
- 피난처, 숨는 곳, 위안, 피난
- 탈출 수단, 변명, 핑계
- a refuge, place of refuge, refuge from
- a way of escape, excuse
곡용 정보
1군 변화
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- καὶ ᾠκοδόμησε Μωυσῆσ θυσιαστήριον Κυρίῳ καὶ ἐπωνόμασε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Κύριοσ καταφυγή μου. (Septuagint, Liber Exodus 17:15)
(70인역 성경, 탈출기 17:15)
- καὶ εὕρῃ αὐτὸν ὁ ἀγχιστεύων τὸ αἷμα ἔξω τῶν ὁρίων τῆσ πόλεωσ καταφυγῆσ αὐτοῦ καὶ φονεύσῃ ὁ ἀγχιστεύων τὸ αἷμα τὸν φονεύσαντα, οὐκ ἔνοχόσ ἐστιν. (Septuagint, Liber Numeri 35:27)
(70인역 성경, 민수기 35:27)
- ἐν γὰρ τῇ πόλει τῆσ καταφυγῆσ κατοικείτω, ἕωσ ἂν ἀποθάνῃ ὁ ἱερεὺσ ὁ μέγασ, καὶ μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν ἱερέα τὸν μέγαν ἐπαναστραφήσεται ὁ φονεύσασ εἰσ τὴν γῆν τῆσ κατασχέσεωσ αὐτοῦ. (Septuagint, Liber Numeri 35:28)
(70인역 성경, 민수기 35:28)
- στόχασαί σοι τὴν ὁδὸν καὶ τριμεριεῖσ τὰ ὅρια τῆσ γῆσ σου, ἣν καταμερίζει σοι Κύριοσ ὁ Θεόσ σου, καὶ ἔσται ἐκεῖ καταφυγὴ παντὶ φονευτῇ. (Septuagint, Liber Deuteronomii 19:3)
(70인역 성경, 신명기 19:3)
- ὁ Θεόσ μου φύλαξ μου ἔσται μοι, πεποιθὼσ ἔσομαι ἐπ’ αὐτῷ, ὑπερασπιστήσ μου καὶ κέρασ σωτηρίασ μου, ἀντιλήπτωρ μου καὶ καταφυγή μου σωτηρίασ μου, ἐξ ἀδίκου σώσεισ με. (Septuagint, Liber II Samuelis 22:3)
(70인역 성경, 사무엘기 하권 22:3)
- ἐὰν δέ τισ ἐπιθῆται τῷ πλησίον ἀποκτεῖναι αὐτὸν δόλῳ καὶ καταφύγῃ, ἀπὸ τοῦ θυσιαστηρίου μου λήψῃ αὐτὸν θανατῶσαι. (Septuagint, Liber Exodus 21:14)
(70인역 성경, 탈출기 21:14)
- καὶ ἐγένετο Κύριοσ καταφυγὴ τῷ πένητι, βοηθὸσ ἐν εὐκαιρίαισ ἐν θλίψεσι. (Septuagint, Liber Psalmorum 9:10)
(70인역 성경, 시편 9:10)