헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

καθαρίζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: καθαρίζω καθαριῶ ἐκαθάρισα

형태분석: καθαρίζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: kaqaro/s

  1. 닦다, 청소하다, 깨끗하게 하다, 정화하다
  1. I clean, cleanse, purge, purify

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καθαρίζω

(나는) 닦는다

καθαρίζεις

(너는) 닦는다

καθαρίζει

(그는) 닦는다

쌍수 καθαρίζετον

(너희 둘은) 닦는다

καθαρίζετον

(그 둘은) 닦는다

복수 καθαρίζομεν

(우리는) 닦는다

καθαρίζετε

(너희는) 닦는다

καθαρίζουσιν*

(그들은) 닦는다

접속법단수 καθαρίζω

(나는) 닦자

καθαρίζῃς

(너는) 닦자

καθαρίζῃ

(그는) 닦자

쌍수 καθαρίζητον

(너희 둘은) 닦자

καθαρίζητον

(그 둘은) 닦자

복수 καθαρίζωμεν

(우리는) 닦자

καθαρίζητε

(너희는) 닦자

καθαρίζωσιν*

(그들은) 닦자

기원법단수 καθαρίζοιμι

(나는) 닦기를 (바라다)

καθαρίζοις

(너는) 닦기를 (바라다)

καθαρίζοι

(그는) 닦기를 (바라다)

쌍수 καθαρίζοιτον

(너희 둘은) 닦기를 (바라다)

καθαριζοίτην

(그 둘은) 닦기를 (바라다)

복수 καθαρίζοιμεν

(우리는) 닦기를 (바라다)

καθαρίζοιτε

(너희는) 닦기를 (바라다)

καθαρίζοιεν

(그들은) 닦기를 (바라다)

명령법단수 καθάριζε

(너는) 닦아라

καθαριζέτω

(그는) 닦아라

쌍수 καθαρίζετον

(너희 둘은) 닦아라

καθαριζέτων

(그 둘은) 닦아라

복수 καθαρίζετε

(너희는) 닦아라

καθαριζόντων, καθαριζέτωσαν

(그들은) 닦아라

부정사 καθαρίζειν

닦는 것

분사 남성여성중성
καθαριζων

καθαριζοντος

καθαριζουσα

καθαριζουσης

καθαριζον

καθαριζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καθαρίζομαι

(나는) 닦어진다

καθαρίζει, καθαρίζῃ

(너는) 닦어진다

καθαρίζεται

(그는) 닦어진다

쌍수 καθαρίζεσθον

(너희 둘은) 닦어진다

καθαρίζεσθον

(그 둘은) 닦어진다

복수 καθαριζόμεθα

(우리는) 닦어진다

καθαρίζεσθε

(너희는) 닦어진다

καθαρίζονται

(그들은) 닦어진다

접속법단수 καθαρίζωμαι

(나는) 닦어지자

καθαρίζῃ

(너는) 닦어지자

καθαρίζηται

(그는) 닦어지자

쌍수 καθαρίζησθον

(너희 둘은) 닦어지자

καθαρίζησθον

(그 둘은) 닦어지자

복수 καθαριζώμεθα

(우리는) 닦어지자

καθαρίζησθε

(너희는) 닦어지자

καθαρίζωνται

(그들은) 닦어지자

기원법단수 καθαριζοίμην

(나는) 닦어지기를 (바라다)

καθαρίζοιο

(너는) 닦어지기를 (바라다)

καθαρίζοιτο

(그는) 닦어지기를 (바라다)

쌍수 καθαρίζοισθον

(너희 둘은) 닦어지기를 (바라다)

καθαριζοίσθην

(그 둘은) 닦어지기를 (바라다)

복수 καθαριζοίμεθα

(우리는) 닦어지기를 (바라다)

καθαρίζοισθε

(너희는) 닦어지기를 (바라다)

καθαρίζοιντο

(그들은) 닦어지기를 (바라다)

명령법단수 καθαρίζου

(너는) 닦어져라

καθαριζέσθω

(그는) 닦어져라

쌍수 καθαρίζεσθον

(너희 둘은) 닦어져라

καθαριζέσθων

(그 둘은) 닦어져라

복수 καθαρίζεσθε

(너희는) 닦어져라

καθαριζέσθων, καθαριζέσθωσαν

(그들은) 닦어져라

부정사 καθαρίζεσθαι

닦어지는 것

분사 남성여성중성
καθαριζομενος

καθαριζομενου

καθαριζομενη

καθαριζομενης

καθαριζομενον

καθαριζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καθαρίω

(나는) 닦겠다

καθαρίεις

(너는) 닦겠다

καθαρίει

(그는) 닦겠다

쌍수 καθαρίειτον

(너희 둘은) 닦겠다

καθαρίειτον

(그 둘은) 닦겠다

복수 καθαρίουμεν

(우리는) 닦겠다

καθαρίειτε

(너희는) 닦겠다

καθαρίουσιν*

(그들은) 닦겠다

기원법단수 καθαρίοιμι

(나는) 닦겠기를 (바라다)

καθαρίοις

(너는) 닦겠기를 (바라다)

καθαρίοι

(그는) 닦겠기를 (바라다)

쌍수 καθαρίοιτον

(너희 둘은) 닦겠기를 (바라다)

καθαριοίτην

(그 둘은) 닦겠기를 (바라다)

복수 καθαρίοιμεν

(우리는) 닦겠기를 (바라다)

καθαρίοιτε

(너희는) 닦겠기를 (바라다)

καθαρίοιεν

(그들은) 닦겠기를 (바라다)

부정사 καθαρίειν

닦을 것

분사 남성여성중성
καθαριων

καθαριουντος

καθαριουσα

καθαριουσης

καθαριουν

καθαριουντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 καθαρίουμαι

(나는) 닦어지겠다

καθαρίει, καθαρίῃ

(너는) 닦어지겠다

καθαρίειται

(그는) 닦어지겠다

쌍수 καθαρίεισθον

(너희 둘은) 닦어지겠다

καθαρίεισθον

(그 둘은) 닦어지겠다

복수 καθαριοῦμεθα

(우리는) 닦어지겠다

καθαρίεισθε

(너희는) 닦어지겠다

καθαρίουνται

(그들은) 닦어지겠다

기원법단수 καθαριοίμην

(나는) 닦어지겠기를 (바라다)

καθαρίοιο

(너는) 닦어지겠기를 (바라다)

καθαρίοιτο

(그는) 닦어지겠기를 (바라다)

쌍수 καθαρίοισθον

(너희 둘은) 닦어지겠기를 (바라다)

καθαριοίσθην

(그 둘은) 닦어지겠기를 (바라다)

복수 καθαριοίμεθα

(우리는) 닦어지겠기를 (바라다)

καθαρίοισθε

(너희는) 닦어지겠기를 (바라다)

καθαρίοιντο

(그들은) 닦어지겠기를 (바라다)

부정사 καθαρίεισθαι

닦어질 것

분사 남성여성중성
καθαριουμενος

καθαριουμενου

καθαριουμενη

καθαριουμενης

καθαριουμενον

καθαριουμενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκαθάριζον

(나는) 닦고 있었다

ἐκαθάριζες

(너는) 닦고 있었다

ἐκαθάριζεν*

(그는) 닦고 있었다

쌍수 ἐκαθαρίζετον

(너희 둘은) 닦고 있었다

ἐκαθαριζέτην

(그 둘은) 닦고 있었다

복수 ἐκαθαρίζομεν

(우리는) 닦고 있었다

ἐκαθαρίζετε

(너희는) 닦고 있었다

ἐκαθάριζον

(그들은) 닦고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκαθαριζόμην

(나는) 닦어지고 있었다

ἐκαθαρίζου

(너는) 닦어지고 있었다

ἐκαθαρίζετο

(그는) 닦어지고 있었다

쌍수 ἐκαθαρίζεσθον

(너희 둘은) 닦어지고 있었다

ἐκαθαριζέσθην

(그 둘은) 닦어지고 있었다

복수 ἐκαθαριζόμεθα

(우리는) 닦어지고 있었다

ἐκαθαρίζεσθε

(너희는) 닦어지고 있었다

ἐκαθαρίζοντο

(그들은) 닦어지고 있었다

단순 과거(Aorist) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκαθάρισα

(나는) 닦았다

ἐκαθάρισας

(너는) 닦았다

ἐκαθάρισεν*

(그는) 닦았다

쌍수 ἐκαθαρίσατον

(너희 둘은) 닦았다

ἐκαθαρισάτην

(그 둘은) 닦았다

복수 ἐκαθαρίσαμεν

(우리는) 닦았다

ἐκαθαρίσατε

(너희는) 닦았다

ἐκαθάρισαν

(그들은) 닦았다

접속법단수 καθαρίσω

(나는) 닦았자

καθαρίσῃς

(너는) 닦았자

καθαρίσῃ

(그는) 닦았자

쌍수 καθαρίσητον

(너희 둘은) 닦았자

καθαρίσητον

(그 둘은) 닦았자

복수 καθαρίσωμεν

(우리는) 닦았자

καθαρίσητε

(너희는) 닦았자

καθαρίσωσιν*

(그들은) 닦았자

기원법단수 καθαρίσαιμι

(나는) 닦았기를 (바라다)

καθαρίσαις

(너는) 닦았기를 (바라다)

καθαρίσαι

(그는) 닦았기를 (바라다)

쌍수 καθαρίσαιτον

(너희 둘은) 닦았기를 (바라다)

καθαρισαίτην

(그 둘은) 닦았기를 (바라다)

복수 καθαρίσαιμεν

(우리는) 닦았기를 (바라다)

καθαρίσαιτε

(너희는) 닦았기를 (바라다)

καθαρίσαιεν

(그들은) 닦았기를 (바라다)

명령법단수 καθάρισον

(너는) 닦았어라

καθαρισάτω

(그는) 닦았어라

쌍수 καθαρίσατον

(너희 둘은) 닦았어라

καθαρισάτων

(그 둘은) 닦았어라

복수 καθαρίσατε

(너희는) 닦았어라

καθαρισάντων

(그들은) 닦았어라

부정사 καθαρίσαι

닦았는 것

분사 남성여성중성
καθαρισᾱς

καθαρισαντος

καθαρισᾱσα

καθαρισᾱσης

καθαρισαν

καθαρισαντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἐκαθαρισάμην

(나는) 닦어졌다

ἐκαθαρίσω

(너는) 닦어졌다

ἐκαθαρίσατο

(그는) 닦어졌다

쌍수 ἐκαθαρίσασθον

(너희 둘은) 닦어졌다

ἐκαθαρισάσθην

(그 둘은) 닦어졌다

복수 ἐκαθαρισάμεθα

(우리는) 닦어졌다

ἐκαθαρίσασθε

(너희는) 닦어졌다

ἐκαθαρίσαντο

(그들은) 닦어졌다

접속법단수 καθαρίσωμαι

(나는) 닦어졌자

καθαρίσῃ

(너는) 닦어졌자

καθαρίσηται

(그는) 닦어졌자

쌍수 καθαρίσησθον

(너희 둘은) 닦어졌자

καθαρίσησθον

(그 둘은) 닦어졌자

복수 καθαρισώμεθα

(우리는) 닦어졌자

καθαρίσησθε

(너희는) 닦어졌자

καθαρίσωνται

(그들은) 닦어졌자

기원법단수 καθαρισαίμην

(나는) 닦어졌기를 (바라다)

καθαρίσαιο

(너는) 닦어졌기를 (바라다)

καθαρίσαιτο

(그는) 닦어졌기를 (바라다)

쌍수 καθαρίσαισθον

(너희 둘은) 닦어졌기를 (바라다)

καθαρισαίσθην

(그 둘은) 닦어졌기를 (바라다)

복수 καθαρισαίμεθα

(우리는) 닦어졌기를 (바라다)

καθαρίσαισθε

(너희는) 닦어졌기를 (바라다)

καθαρίσαιντο

(그들은) 닦어졌기를 (바라다)

명령법단수 καθάρισαι

(너는) 닦어졌어라

καθαρισάσθω

(그는) 닦어졌어라

쌍수 καθαρίσασθον

(너희 둘은) 닦어졌어라

καθαρισάσθων

(그 둘은) 닦어졌어라

복수 καθαρίσασθε

(너희는) 닦어졌어라

καθαρισάσθων

(그들은) 닦어졌어라

부정사 καθαρίσεσθαι

닦어졌는 것

분사 남성여성중성
καθαρισαμενος

καθαρισαμενου

καθαρισαμενη

καθαρισαμενης

καθαρισαμενον

καθαρισαμενου

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἱερὰ πόλισ ἔστω μία τῆσ Χαναναίων γῆσ ἐν τῷ καλλίστῳ καὶ δι’ ἀρετὴν ἐπιφανεῖ, ἣν ἂν ὁ θεὸσ ἑαυτῷ διὰ προφητείασ ἕληται, καὶ νεὼσ εἷσ ἐν ταύτῃ ἔστω, καὶ βωμὸσ εἷσ ἐκ λίθων μὴ κατειργασμένων, ἀλλὰ λογάδην συγκειμένων, οἳ κονιάματι χρισθέντεσ εὐπρεπεῖσ τε εἰε͂ν καὶ καθάριοι πρὸσ τὴν θέαν. (Flavius Josephus, Antiquitates Judaicae, Book 4 252:1)

    (플라비우스 요세푸스, Antiquitates Judaicae, Book 4 252:1)

유의어

  1. 닦다

유사 형태

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION