Ancient Greek-English Dictionary Language

καλλίνικος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: καλλίνικος καλλίνικον

Structure: καλλινικ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: ni/kh

Sense

  1. with glorious victory, of noble victory, triumphant over
  2. adorning or ennobling victory, the glory of victory

Examples

  • οἱ Γαλάται δὲ οἱ μὲν ἐτεθνήκεσαν, πολλοῦ τοῦ φόνου γενομένου, οἱ δὲ ζῶντεσ ἐλαμβάνοντο, πλὴν πάνυ ὀλίγοι ὁπόσοι ἔφθασαν ἐσ τὰ ὄρη ἀναφυγόντεσ, οἱ Μακεδόνεσ δὲ ὅσοι σὺν Ἀντιόχῳ ἦσαν, ἐπαιώνιζον καὶ προσιόντεσ ἄλλοσ ἀλλαχόθεν ἀνέδουν τὸν βασιλέα καλλίνικον ἀναβοῶντεσ· (Lucian, Zeuxis 20:1)
  • ὦ καλλίνικε γῆσ Ἀθηναίων ἄναξ, Θησεῦ, σὸσ ἱκέτησ καὶ πόλεωσ ἥκω σέθεν. (Euripides, Suppliants, episode 1:1)
  • ἐνταῦθα γὰρ δὴ καλλίνικοσ ἔρχομαι. (Euripides, Suppliants, episode, antistrophe 1 1:22)
  • σύ τ’, ὦ ποτ’ οὖσα καλλίνικε, μυρίων μῆτερ τροπαίων, Ἕκτοροσ φίλον σάκοσ, στεφανοῦ· (Euripides, The Trojan Women, episode, lyric 1:2)
  • τήνελλα καλλίνικοσ. (Aristotle, Acharnians, Exodus, lyric2)
  • τήνελλα δῆτ’, εἴπερ καλεῖσ γ’, ὦ πρέσβυ, καλλίνικοσ. (Aristotle, Acharnians, Exodus, lyric1)
  • ἕπεσθέ νυν ᾄδοντεσ ὦ τήνελλα καλλίνικοσ. (Aristotle, Acharnians, Exodus, lyric1)
  • ἀλλ’ ἑψόμεσθα σὴν χάριν τήνελλα καλλίνικοσ ᾄδοντεσ σὲ καὶ τὸν ἀσκόν. (Aristotle, Acharnians, Exodus, lyric1)

Synonyms

  1. with glorious victory

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION