κάδος?
Second declension Noun; Masculine
자동번역
Transliteration: kados
Principal Part:
κάδος
κάδου
Structure:
καδ
(Stem)
+
ος
(Ending)
Sense
- pail, jar, cask, vessel for water or wine
- liquid measure
- funerary urn
Declension
Second declension
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- εἰ πάντα τὰ ἔθνη ὡς σταγὼν ἀπὸ κάδου καὶ ὡς ροπὴ ζυγοῦ ἐλογίσθησαν καὶ ὡς σίελος λογισθήσονται. (Septuagint, Liber Isaiae 40:15)
- καὶ κάρτα μέντἂν εὐθέως καθείλκετε τριακοσίας ναῦς, ἦν δ ἂν ἡ πόλις πλέα θορύβου στρατιωτῶν, περὶ τριηράρχου βοῆς, μισθοῦ διδομένου, παλλαδίων χρυσουμένων, στοᾶς στεναχούσης, σιτίων μετρουμένων, ἀσκῶν, τροπωτήρων, κάδους ὠνουμένων, σκορόδων, ἐλαῶν, κρομμύων ἐν δικτύοις, στεφάνων, τριχίδων, αὐλητρίδων, ὑπωπίων: (Aristophanes, Acharnians, Lyric-Scene, iambics 2:3)
- τί δῆτα κρεάγρας τοῖς κάδοις ὠνούμεθα, ἐξὸν καθέντα γρᾴδιον τοιουτονὶ ἐκ τῶν φρεάτων τοὺς κάδους ξυλλαμβάνειν· (Aristophanes, Ecclesiazusae, Lyric-Scene, antistrophe 2 1:36)
- ὁδὶ δὲ τριδράχμους τοὺς κάδους ἐς τοὺς ἀγρούς. (Aristophanes, Peace, Episode10)
- ἐπί τε τῷ τρίποδι ψυκτὴρ χαλκοῦς ἐπέκειτο καὶ κάδος καὶ σκαφίον ἀργυροῦν δύο κοτύλας χωροῦν καὶ κύαθος, ἡ δ ἐπίχυσις χαλκῆ. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 4, book 4, chapter 2013)
- κάδος. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 11, book 11, chapter 451)
- τὸ μὲν ἐφίππιον στρῶμ ἐστὶν ἡμῖν, ὁ δὲ καλὸς πῖλος κάδος,5 ψυκτήρ - τί βούλει· (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 11, book 11, chapter 109 1:3)
- θεὸς ἐπίτροπος ἐὼν τεαῖσι μήδεται ἔχων τοῦτο κᾶδος, Ιἕρων, μερίμναισιν: (Pindar, Odes, olympian odes, olympian 1 28:1)
- ἁγεμόνος δείσαντες ὕβριν, κᾶδος ὡσείτε φθιμένου δνοφερὸν ἐν δώμασι θηκάμενοι, μίγα κωκυτῷ γυναικῶν κρύβδα πέμπον σπαργάνοις ἐν πορφυρέοις, νυκτὶ κοινάσαντες ὁδόν, Κρονίδᾳ δὲ τράφεν Χείρωνι δῶκαν. (Pindar, Odes, pythian odes, pythian 4 35:1)
Synonyms
-
pail
- πιθάκνη (a wine-cask or jar, in casks)
- κρωσσός (a water-pail, pitcher, jar)
- κέραμος (earthen vessel, wine-jar)
-
liquid measure
-
funerary urn