헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

γουνός

2군 변화 명사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: γουνός

어원: a doubtful word, prob. = bouno/s.

  1. 언덕, 경사, 메, 오르막, 산
  1. a hill, the hill or citadel, the hill, the slope

예문

  • "ὀλίγον γόνυ γουνὸσ ἀμείβοντοσ; (Plutarch, De virtute morali, section 10 3:1)

    (플루타르코스, De virtute morali, section 10 3:1)

  • καὶ βάδην ἀπιόντοσ ἐκ τῶν πολεμίων "ὀλίγον γόνυ γουνὸσ ἀμείβοντοσ ; (Plutarch, De virtute morali, section 105)

    (플루타르코스, De virtute morali, section 105)

  • ὁ δ’ ἄγχ’ αὐτοῖο παρὲκ γόνυ γουνὸσ ἀμσίβων κόψε μεταΐγδην ὑπὲρ οὐάτοσ, ὀστέα δ’ εἴσω ῥῆξεν· (Apollodorus, Argonautica, book 2 2:21)

    (아폴로도로스, 아르고나우티카, book 2 2:21)

  • ὁ δέ μιν φθάμενοσ ἔλασεν σῦσ γουνὸσ ὕπερ, πολλὸν δὲ διήφυσε σαρκὸσ ὀδόντι λικριφὶσ ἀί̈ξασ, οὐδ’ ὀστέον ἵκετο φωτόσ. (Homer, Odyssey, Book 19 45:13)

    (호메로스, 오디세이아, Book 19 45:13)

  • στῆ δὲ ταφών, ὄπιθεν δὲ σάκοσ βάλεν ἑπταβόειον, τρέσσε δὲ παπτήνασ ἐφ’ ὁμίλου θηρὶ ἐοικὼσ ἐντροπαλιζόμενοσ ὀλίγον γόνυ γουνὸσ ἀμείβων. (Homer, Iliad, Book 11 54:2)

    (호메로스, 일리아스, Book 11 54:2)

유의어

  1. 언덕

관련어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION