ἐνεργέω
ε-contract Verb;
자동번역
Transliteration:
Principal Part:
ἐνεργέω
Structure:
ἐνεργέ
(Stem)
+
ω
(Ending)
Sense
- to be in action or activity, to operate
- (transitive) to effect, execute
- (euphemistically) to have sex
Conjugation
The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.
Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.
- καὶ μέχρι γ’ ἂν ἀγνοῶμεν τὴν οὐσίαν τῆσ ἐνεργούσησ αἰτίασ, δύναμιν αὐτὴν ὀνομάζομεν, εἶναί τινα λέγοντεσ ἐν ταῖσ φλεψὶν αἱματοποιητικήν, ὡσαύτωσ δὲ κἀν τῇ κοιλίᾳ πεπτικὴν κἀν τῇ καρδίᾳ σφυγμικὴν καὶ καθ’ ἕκαστον τῶν ἄλλων ἰδίαν τινὰ τῆσ κατὰ τὸ μόριον ἐνεργείασ. (Galen, On the Natural Faculties., , section 44)
- αὐτὸ μὲν γὰρ τὸ παράγεσθαι τὴν τροφὴν ἐκ τῶν φλεβῶν εἰσ ἕκαστον τῶν μορίων τῆσ ἑλκτικῆσ ἐνεργούσησ γίγνεται δυνάμεωσ, τὸ δ’ ἤδη παρῆχθαί τε καὶ προστίθεσθαι τῷ μορίῳ τὸ τέλοσ ἐστὶν αὐτό, δι’ ὃ καὶ τῆσ τοιαύτησ ἐνεργείασ ἐδεήθημεν· (Galen, On the Natural Faculties., G, section 14)
- ἀλλ’ εἴπερ ἐφίεταί τε καὶ ἕλκει καὶ ἀπολαύει κατέχουσα καὶ περιστελλομένη, εἰή ἄν τι καὶ πέρασ αὐτῇ τῆσ ἀπολαύσεωσ κἀπὶ τῷδ’ ὁ καιρὸσ ἤδη τῆσ ἐκκριτικῆσ δυνάμεωσ ἐνεργούσησ. (Galen, On the Natural Faculties., G, section 612)
- αἰσθήσεωσ δὲ πάσησ πρὸσ τὸ αἰσθητὸν ἐνεργούσησ, τελείωσ δὲ τῆσ εὖ διακειμένησ πρὸσ τὸ κάλλιστον τῶν ὑπὸ τὴν αἴσθησιν τοιοῦτον γὰρ μάλιστ’ εἶναι δοκεῖ ἡ τελεία ἐνέργεια· (Aristotle, Nicomachean Ethics, Book 10 43:4)
- ὁ δ’ Ἡρακλῆσ ἐνδὺσ τὸν κεχριμένον χιτῶνα, καὶ κατ’ ὀλίγον τῆσ τοῦ σηπτικοῦ φαρμάκου δυνάμεωσ ἐνεργούσησ, περιέπεσε συμφορᾷ τῇ μεγίστῃ. (Diodorus Siculus, Bibliotheca Historica, book 4, chapter 38 2:2)
Synonyms
-
to effect
-
to have sex
- οἴφω (I have sex with)
- δαμάζω ( I give in marriage, violate, have sex with)
- δάμνημι ( I give in marriage, violate, have sex with)