Ancient Greek-English Dictionary Language

ἐδώδιμος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ἐδώδιμος ἐδώδιμον

Structure: ἐδωδιμ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: in Hdt.os, h, on,

Sense

  1. eatable, eatables, provisions

Examples

  • γίνεται δὲ ἐδώδιμοσ ὅταν τοῦ οἴστρου παύσηται, μίσγεται δὲ μετὰ τὴν φωλείαν, ὥσ φησι Θεόφραστοσ, καὶ ἑώσ μὲν ἂν ἔχῃ μικρὰ τὰ κυήματα, δυσάλωτοσ, ὅταν δὲ μείζω γένηται, διὰ τὸν οἴστρου ἁλίσκεται. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 7, book 7, chapter 63 1:7)
  • ἵν’ οὖν μὴ γενόμενοσ σπέρμα τὴν σιτίου χρείαν διαφθείρῃ παραμένῃ δ’ αὐτοῖσ ἐδώδιμοσ, ἐξεσθίουσι τὴν ἀρχήν, ἀφ’ ἧσ τὸν βλαστὸν ὁ πυρὸσ ἀφίησιν. (Plutarch, De sollertia animalium, chapter, section 11 8:3)
  • καὶ ὅ γε ξηρὸσ σῖτοσ ὅπωσ καλῶσ ἐδώδιμοσ γίγνηται ἐπιμελητέον. (Xenophon, Works on Socrates, , chapter 7 37:2)
  • καὶ τῇ μὲν αἰγὶ τὸν θαλλὸν εἶναι ἐδώδιμον, ἀνθρώπῳ δὲ πικρόν, καὶ τὸ κώνειον ὄρτυγι μὲν τρόφιμον, ἀνθρώπῳ δὲ θανάσιμον, καὶ ὁ ἀπόπατοσ ὑῒ μὲν ἐδώδιμοσ, ἵππῳ δ’ οὔ. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, Q, Kef. ia'. PURRWN 20:4)

Synonyms

  1. eatable

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION