ἐξαλείφω
비축약 동사;
자동번역
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
ἐξαλείφω
ἐξαλείψω
형태분석:
ἐξ
(접두사)
+
ἀλείφ
(어간)
+
ω
(인칭어미)
뜻
- 때리다, 두드리다, 치다, 말살하다, 부딪치다
- to plaster or wash over
- to wipe out, obliterate, to strike, off
- to blot, out of one's
활용 정보
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- Νεάλκη μέντοι φασὶν ἵππον ζωγραφοῦντα τοῖσ μὲν ἄλλοισ κατορθοῦν εἴδεσι καὶ χρώμασι, τοῦ δ’ ἀφροῦ τὴν περὶ τῷ χαλινῷ κοπτομένην χαυνότητα καὶ τὸ συνεκπῖπτον ἆσθμα κατορθοῦντα γράφειν τε πολλάκισ καὶ ἐξαλείφειν, τέλοσ δ’ ὑπ’ ὀργῆσ προσβαλεῖν τῷ πίνακι τὸν σπόγγον ὥσπερ εἶχε τῶν φαρμάκων ἀνάπλεων, τὸν δὲ προσπεσόντα θαυμαστῶσ ἐναπομάξαι καὶ ποιῆσαι τὸ δέον. (Plutarch, De fortuna, chapter, section 4 3:1)
(플루타르코스, De fortuna, chapter, section 4 3:1)
- ἐλάχιστον καὶ ἐξαλείφειν εἰσ τὸ δυνατόν. (Plutarch, Consolatio ad Apollonium, chapter, section 19 3:2)
(플루타르코스, Consolatio ad Apollonium, chapter, section 19 3:2)
- τί οὖν ἄλλο δόξειεν ἂν ποιεῖν ἢ ταὐτὰ πράγματα καὶ δόγματα παρεγγράφειν αὐτόσ, ἑτέρων δὲ γραφόντων ἐξαλείφειν, Πλάτωνι μὲν ἐγκαλῶν ὅτι τοῦ κακῶσ ζῆν καὶ ἀμαθῶσ τὸ μὴ ζῆν ἀποδείκνυσι λυσιτελέστερον, Θεόγνιδι δὲ συμβουλεύων κατακρημνίζειν καὶ καταποντίζειν ἑαυτὸν ὑπὲρ τοῦ ἀποφυγεῖν τὴν κακίαν; (Plutarch, De Stoicorum repugnantiis, section 14 8:1)
(플루타르코스, De Stoicorum repugnantiis, section 14 8:1)
- ἐχρῆν γὰρ αὐτούσ, εἴπερ ἀληθῆ λέγουσιν, ἀνακαλεῖν μὲν Πάμφιλον, ὅτι ἀφαιρῶν τὸν ἵππον ἱππέωσ ἀπεστέρει τὴν πόλιν, ἐπιβάλλειν δὲ τῷ φυλάρχῳ, ὅτι ἐξελαύνων Ἀλκιβιάδην ἐκ τῆσ φυλῆσ ἄκυρον ἐποίει τὴν τούτων τάξιν, κελεύειν δὲ τὸν ταξίαρχον ἐξαλείφειν αὐτὸν ἐκ τοῦ τῶν ὁπλιτῶν καταλόγου. (Lysias, Speeches, 9:2)
(리시아스, Speeches, 9:2)
- καὶ εἰ μὴ ταῦτα ὑμῖν ἀρέσκει, ἐξαλείφειν κελεύει, καὶ ἐκ τούτων οἰέται πείθειν ὡσ οὐδὲν ἀδικεῖ· (Lysias, Speeches, 27:2)
(리시아스, Speeches, 27:2)
유의어
-
to plaster or wash over
-
때리다
-
to blot
파생어
- ἀλείφω (기름을 바르다, 도포하다, 기름을 부어 신성하게 하다)
- ἀπαλείφω (닦아내다, 닦다, 훔쳐내다)
- ἐναλείφω (to anoint with, to anoint oneself)
- ἐπαλείφω (to smear over, plaster up)
- παραλείφω (to bedaub as with ointment)
- περιαλείφω (기름을 바르다, 도포하다, 기름을 부어 신성하게 하다)
- προσαλείφω (to rub or smear upon)
- συναλείφω (to smear or gloss over)
- συνεξαλείφω (to abolish together)
- ὑπαλείφω (기름을 바르다, 도포하다, 기름을 부어 신성하게 하다)