헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

διαφημίζω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: διαφημίζω διαφημίσω

형태분석: δια (접두사) + φημίζ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 뿌리다, 전시하다
  1. to spread abroad

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαφημίζω

(나는) 뿌린다

διαφημίζεις

(너는) 뿌린다

διαφημίζει

(그는) 뿌린다

쌍수 διαφημίζετον

(너희 둘은) 뿌린다

διαφημίζετον

(그 둘은) 뿌린다

복수 διαφημίζομεν

(우리는) 뿌린다

διαφημίζετε

(너희는) 뿌린다

διαφημίζουσιν*

(그들은) 뿌린다

접속법단수 διαφημίζω

(나는) 뿌리자

διαφημίζῃς

(너는) 뿌리자

διαφημίζῃ

(그는) 뿌리자

쌍수 διαφημίζητον

(너희 둘은) 뿌리자

διαφημίζητον

(그 둘은) 뿌리자

복수 διαφημίζωμεν

(우리는) 뿌리자

διαφημίζητε

(너희는) 뿌리자

διαφημίζωσιν*

(그들은) 뿌리자

기원법단수 διαφημίζοιμι

(나는) 뿌리기를 (바라다)

διαφημίζοις

(너는) 뿌리기를 (바라다)

διαφημίζοι

(그는) 뿌리기를 (바라다)

쌍수 διαφημίζοιτον

(너희 둘은) 뿌리기를 (바라다)

διαφημιζοίτην

(그 둘은) 뿌리기를 (바라다)

복수 διαφημίζοιμεν

(우리는) 뿌리기를 (바라다)

διαφημίζοιτε

(너희는) 뿌리기를 (바라다)

διαφημίζοιεν

(그들은) 뿌리기를 (바라다)

명령법단수 διαφήμιζε

(너는) 뿌려라

διαφημιζέτω

(그는) 뿌려라

쌍수 διαφημίζετον

(너희 둘은) 뿌려라

διαφημιζέτων

(그 둘은) 뿌려라

복수 διαφημίζετε

(너희는) 뿌려라

διαφημιζόντων, διαφημιζέτωσαν

(그들은) 뿌려라

부정사 διαφημίζειν

뿌리는 것

분사 남성여성중성
διαφημιζων

διαφημιζοντος

διαφημιζουσα

διαφημιζουσης

διαφημιζον

διαφημιζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαφημίζομαι

(나는) 뿌려진다

διαφημίζει, διαφημίζῃ

(너는) 뿌려진다

διαφημίζεται

(그는) 뿌려진다

쌍수 διαφημίζεσθον

(너희 둘은) 뿌려진다

διαφημίζεσθον

(그 둘은) 뿌려진다

복수 διαφημιζόμεθα

(우리는) 뿌려진다

διαφημίζεσθε

(너희는) 뿌려진다

διαφημίζονται

(그들은) 뿌려진다

접속법단수 διαφημίζωμαι

(나는) 뿌려지자

διαφημίζῃ

(너는) 뿌려지자

διαφημίζηται

(그는) 뿌려지자

쌍수 διαφημίζησθον

(너희 둘은) 뿌려지자

διαφημίζησθον

(그 둘은) 뿌려지자

복수 διαφημιζώμεθα

(우리는) 뿌려지자

διαφημίζησθε

(너희는) 뿌려지자

διαφημίζωνται

(그들은) 뿌려지자

기원법단수 διαφημιζοίμην

(나는) 뿌려지기를 (바라다)

διαφημίζοιο

(너는) 뿌려지기를 (바라다)

διαφημίζοιτο

(그는) 뿌려지기를 (바라다)

쌍수 διαφημίζοισθον

(너희 둘은) 뿌려지기를 (바라다)

διαφημιζοίσθην

(그 둘은) 뿌려지기를 (바라다)

복수 διαφημιζοίμεθα

(우리는) 뿌려지기를 (바라다)

διαφημίζοισθε

(너희는) 뿌려지기를 (바라다)

διαφημίζοιντο

(그들은) 뿌려지기를 (바라다)

명령법단수 διαφημίζου

(너는) 뿌려져라

διαφημιζέσθω

(그는) 뿌려져라

쌍수 διαφημίζεσθον

(너희 둘은) 뿌려져라

διαφημιζέσθων

(그 둘은) 뿌려져라

복수 διαφημίζεσθε

(너희는) 뿌려져라

διαφημιζέσθων, διαφημιζέσθωσαν

(그들은) 뿌려져라

부정사 διαφημίζεσθαι

뿌려지는 것

분사 남성여성중성
διαφημιζομενος

διαφημιζομενου

διαφημιζομενη

διαφημιζομενης

διαφημιζομενον

διαφημιζομενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαφημίσω

(나는) 뿌리겠다

διαφημίσεις

(너는) 뿌리겠다

διαφημίσει

(그는) 뿌리겠다

쌍수 διαφημίσετον

(너희 둘은) 뿌리겠다

διαφημίσετον

(그 둘은) 뿌리겠다

복수 διαφημίσομεν

(우리는) 뿌리겠다

διαφημίσετε

(너희는) 뿌리겠다

διαφημίσουσιν*

(그들은) 뿌리겠다

기원법단수 διαφημίσοιμι

(나는) 뿌리겠기를 (바라다)

διαφημίσοις

(너는) 뿌리겠기를 (바라다)

διαφημίσοι

(그는) 뿌리겠기를 (바라다)

쌍수 διαφημίσοιτον

(너희 둘은) 뿌리겠기를 (바라다)

διαφημισοίτην

(그 둘은) 뿌리겠기를 (바라다)

복수 διαφημίσοιμεν

(우리는) 뿌리겠기를 (바라다)

διαφημίσοιτε

(너희는) 뿌리겠기를 (바라다)

διαφημίσοιεν

(그들은) 뿌리겠기를 (바라다)

부정사 διαφημίσειν

뿌릴 것

분사 남성여성중성
διαφημισων

διαφημισοντος

διαφημισουσα

διαφημισουσης

διαφημισον

διαφημισοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διαφημίσομαι

(나는) 뿌려지겠다

διαφημίσει, διαφημίσῃ

(너는) 뿌려지겠다

διαφημίσεται

(그는) 뿌려지겠다

쌍수 διαφημίσεσθον

(너희 둘은) 뿌려지겠다

διαφημίσεσθον

(그 둘은) 뿌려지겠다

복수 διαφημισόμεθα

(우리는) 뿌려지겠다

διαφημίσεσθε

(너희는) 뿌려지겠다

διαφημίσονται

(그들은) 뿌려지겠다

기원법단수 διαφημισοίμην

(나는) 뿌려지겠기를 (바라다)

διαφημίσοιο

(너는) 뿌려지겠기를 (바라다)

διαφημίσοιτο

(그는) 뿌려지겠기를 (바라다)

쌍수 διαφημίσοισθον

(너희 둘은) 뿌려지겠기를 (바라다)

διαφημισοίσθην

(그 둘은) 뿌려지겠기를 (바라다)

복수 διαφημισοίμεθα

(우리는) 뿌려지겠기를 (바라다)

διαφημίσοισθε

(너희는) 뿌려지겠기를 (바라다)

διαφημίσοιντο

(그들은) 뿌려지겠기를 (바라다)

부정사 διαφημίσεσθαι

뿌려질 것

분사 남성여성중성
διαφημισομενος

διαφημισομενου

διαφημισομενη

διαφημισομενης

διαφημισομενον

διαφημισομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διεφήμιζον

(나는) 뿌리고 있었다

διεφήμιζες

(너는) 뿌리고 있었다

διεφήμιζεν*

(그는) 뿌리고 있었다

쌍수 διεφημίζετον

(너희 둘은) 뿌리고 있었다

διεφημιζέτην

(그 둘은) 뿌리고 있었다

복수 διεφημίζομεν

(우리는) 뿌리고 있었다

διεφημίζετε

(너희는) 뿌리고 있었다

διεφήμιζον

(그들은) 뿌리고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 διεφημιζόμην

(나는) 뿌려지고 있었다

διεφημίζου

(너는) 뿌려지고 있었다

διεφημίζετο

(그는) 뿌려지고 있었다

쌍수 διεφημίζεσθον

(너희 둘은) 뿌려지고 있었다

διεφημιζέσθην

(그 둘은) 뿌려지고 있었다

복수 διεφημιζόμεθα

(우리는) 뿌려지고 있었다

διεφημίζεσθε

(너희는) 뿌려지고 있었다

διεφημίζοντο

(그들은) 뿌려지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 뿌리다

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION