헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἁλίσκομαι

비축약 동사; 이상동사 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἁλίσκομαι

형태분석: ἁλίσκ (어간) + ομαι (인칭어미)

어원: Root AL

  1. 죽다, 소멸하다, 걸리다, 숨지다, 돌아가시다
  2. 이루어지다, 고생하여 얻다
  1. to be taken, conquered, to fall into the hands of
  2. to be caught, seized, to die, were seized and taken
  3. to be won, achieved, attained
  4. to be caught or detected
  5. to be convicted and condemned, to be convicted of

활용 정보

현재 시제

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τῆσ δὲ τροπῆσ λαμπρᾶσ γεγενημένησ πολλοί μὲν ζῶντεσ ἡλίσκοντο, πολλοὶ δὲ καὶ ἀνῃροῦντο, καὶ τὸ αἷμα ἔρρει πολύ μὲν ἐπὶ τῶν νεφῶν, ὥστε αὐτὰ βάπτεσθαι καὶ ἐρυθρὰ φαίνεσθαι, οἱᾶ παρ’ ἡμῖν δυομένου τοῦ ἡλίου φαίνεται, πολὺ δὲ καὶ εἰσ τὴν γῆν κατέσταζεν, ὥστε με εἰκάζειν, μὴ ἄρα τοιούτου τινὸσ καὶ πάλαι ἄνω γενομένου Ὅμηροσ ὑπέλαβεν αἵματι ὗσαι τὸν Δία ἐπὶ τῷ τοῦ Σαρπηδόνοσ θανάτῳ. (Lucian, Verae Historiae, book 1 17:6)

    (루키아노스, Verae Historiae, book 1 17:6)

  • "ἁψάμενοι δὲ πραγμάτων μεγάλων ἐσφάλησαν καὶ δίκην δώσειν προσδοκῶντεσ οἱ μὲν αὑτοὺσ ἀνῄρουν, οἱ δὲ φεύγοντεσ ἡλίσκοντο. (Plutarch, Amatorius, section 252)

    (플루타르코스, Amatorius, section 252)

  • ἡλίσκοντο δὲ δικτύων διὰ πόρου καθιεμένων εἰσ βυθόν, ὧν τὰ ἄκρα κώδωσι προσηρτημένοισ διεσήμαινεν εὐθὺσ τὸν ἐνσχεθέντα. (Plutarch, Brutus, chapter 30 4:3)

    (플루타르코스, Brutus, chapter 30 4:3)

  • ἅτε γὰρ οὐκ ἀθρόαν ποιούμενοι τὴν ἀναχώρησιν, ἀλλ’ ὡσ ἑκάστοισ αἱ φυγαὶ συνετύγχανον, ὥσπερ ὄρνιθεσ ἡλίσκοντο περὶ τὴν πόλιν εἰσ τὰσ τῶν πολεμίων χεῖρασ καταίροντεσ. (Plutarch, Philopoemen, chapter 14 7:1)

    (플루타르코스, Philopoemen, chapter 14 7:1)

  • ὑπὸ δὲ θορύβου καὶ ἀμηχανίασ οἱ μὲν κατὰ κρημνῶν φερόμενοι διεφθείροντο, οἱ δ’ εἰσ φάραγγασ ἀνεξόδουσ ἐμπίπτοντεσ ἡλίσκοντο, οἱ δὲ πλεῖστοι ἀγνοήσαντεσ ἀλλήλουσ ἀνὰ τὸ σκότοσ ὅσα πολεμίουσ διέθεσαν, καὶ ὁ πλεῖστοσ αὐτῶν φθόροσ ἀλληλοκτόνοσ ἐγίνετο. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, book 1, chapter 65 6:3)

    (디오니시오스, Antiquitates Romanae, book 1, chapter 65 6:3)

유의어

  1. to be convicted and condemned

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION