헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προδιοικέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προδιοικέω προδιοικήσω

형태분석: προ (접두사) + δι (접두사) + οἰκέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 명령하다, 지배하다, 통치하다, 관리하다, 지시하다
  1. to regulate, order, govern, manage beforehand

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προδιοίκω

(나는) 명령한다

προδιοίκεις

(너는) 명령한다

προδιοίκει

(그는) 명령한다

쌍수 προδιοίκειτον

(너희 둘은) 명령한다

προδιοίκειτον

(그 둘은) 명령한다

복수 προδιοίκουμεν

(우리는) 명령한다

προδιοίκειτε

(너희는) 명령한다

προδιοίκουσιν*

(그들은) 명령한다

접속법단수 προδιοίκω

(나는) 명령하자

προδιοίκῃς

(너는) 명령하자

προδιοίκῃ

(그는) 명령하자

쌍수 προδιοίκητον

(너희 둘은) 명령하자

προδιοίκητον

(그 둘은) 명령하자

복수 προδιοίκωμεν

(우리는) 명령하자

προδιοίκητε

(너희는) 명령하자

προδιοίκωσιν*

(그들은) 명령하자

기원법단수 προδιοίκοιμι

(나는) 명령하기를 (바라다)

προδιοίκοις

(너는) 명령하기를 (바라다)

προδιοίκοι

(그는) 명령하기를 (바라다)

쌍수 προδιοίκοιτον

(너희 둘은) 명령하기를 (바라다)

προδιοικοίτην

(그 둘은) 명령하기를 (바라다)

복수 προδιοίκοιμεν

(우리는) 명령하기를 (바라다)

προδιοίκοιτε

(너희는) 명령하기를 (바라다)

προδιοίκοιεν

(그들은) 명령하기를 (바라다)

명령법단수 προδιοῖκει

(너는) 명령해라

προδιοικεῖτω

(그는) 명령해라

쌍수 προδιοίκειτον

(너희 둘은) 명령해라

προδιοικεῖτων

(그 둘은) 명령해라

복수 προδιοίκειτε

(너희는) 명령해라

προδιοικοῦντων, προδιοικεῖτωσαν

(그들은) 명령해라

부정사 προδιοίκειν

명령하는 것

분사 남성여성중성
προδιοικων

προδιοικουντος

προδιοικουσα

προδιοικουσης

προδιοικουν

προδιοικουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προδιοίκουμαι

(나는) 명령된다

προδιοίκει, προδιοίκῃ

(너는) 명령된다

προδιοίκειται

(그는) 명령된다

쌍수 προδιοίκεισθον

(너희 둘은) 명령된다

προδιοίκεισθον

(그 둘은) 명령된다

복수 προδιοικοῦμεθα

(우리는) 명령된다

προδιοίκεισθε

(너희는) 명령된다

προδιοίκουνται

(그들은) 명령된다

접속법단수 προδιοίκωμαι

(나는) 명령되자

προδιοίκῃ

(너는) 명령되자

προδιοίκηται

(그는) 명령되자

쌍수 προδιοίκησθον

(너희 둘은) 명령되자

προδιοίκησθον

(그 둘은) 명령되자

복수 προδιοικώμεθα

(우리는) 명령되자

προδιοίκησθε

(너희는) 명령되자

προδιοίκωνται

(그들은) 명령되자

기원법단수 προδιοικοίμην

(나는) 명령되기를 (바라다)

προδιοίκοιο

(너는) 명령되기를 (바라다)

προδιοίκοιτο

(그는) 명령되기를 (바라다)

쌍수 προδιοίκοισθον

(너희 둘은) 명령되기를 (바라다)

προδιοικοίσθην

(그 둘은) 명령되기를 (바라다)

복수 προδιοικοίμεθα

(우리는) 명령되기를 (바라다)

προδιοίκοισθε

(너희는) 명령되기를 (바라다)

προδιοίκοιντο

(그들은) 명령되기를 (바라다)

명령법단수 προδιοίκου

(너는) 명령되어라

προδιοικεῖσθω

(그는) 명령되어라

쌍수 προδιοίκεισθον

(너희 둘은) 명령되어라

προδιοικεῖσθων

(그 둘은) 명령되어라

복수 προδιοίκεισθε

(너희는) 명령되어라

προδιοικεῖσθων, προδιοικεῖσθωσαν

(그들은) 명령되어라

부정사 προδιοίκεισθαι

명령되는 것

분사 남성여성중성
προδιοικουμενος

προδιοικουμενου

προδιοικουμενη

προδιοικουμενης

προδιοικουμενον

προδιοικουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προδιοικήσω

(나는) 명령하겠다

προδιοικήσεις

(너는) 명령하겠다

προδιοικήσει

(그는) 명령하겠다

쌍수 προδιοικήσετον

(너희 둘은) 명령하겠다

προδιοικήσετον

(그 둘은) 명령하겠다

복수 προδιοικήσομεν

(우리는) 명령하겠다

προδιοικήσετε

(너희는) 명령하겠다

προδιοικήσουσιν*

(그들은) 명령하겠다

기원법단수 προδιοικήσοιμι

(나는) 명령하겠기를 (바라다)

προδιοικήσοις

(너는) 명령하겠기를 (바라다)

προδιοικήσοι

(그는) 명령하겠기를 (바라다)

쌍수 προδιοικήσοιτον

(너희 둘은) 명령하겠기를 (바라다)

προδιοικησοίτην

(그 둘은) 명령하겠기를 (바라다)

복수 προδιοικήσοιμεν

(우리는) 명령하겠기를 (바라다)

προδιοικήσοιτε

(너희는) 명령하겠기를 (바라다)

προδιοικήσοιεν

(그들은) 명령하겠기를 (바라다)

부정사 προδιοικήσειν

명령할 것

분사 남성여성중성
προδιοικησων

προδιοικησοντος

προδιοικησουσα

προδιοικησουσης

προδιοικησον

προδιοικησοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προδιοικήσομαι

(나는) 명령되겠다

προδιοικήσει, προδιοικήσῃ

(너는) 명령되겠다

προδιοικήσεται

(그는) 명령되겠다

쌍수 προδιοικήσεσθον

(너희 둘은) 명령되겠다

προδιοικήσεσθον

(그 둘은) 명령되겠다

복수 προδιοικησόμεθα

(우리는) 명령되겠다

προδιοικήσεσθε

(너희는) 명령되겠다

προδιοικήσονται

(그들은) 명령되겠다

기원법단수 προδιοικησοίμην

(나는) 명령되겠기를 (바라다)

προδιοικήσοιο

(너는) 명령되겠기를 (바라다)

προδιοικήσοιτο

(그는) 명령되겠기를 (바라다)

쌍수 προδιοικήσοισθον

(너희 둘은) 명령되겠기를 (바라다)

προδιοικησοίσθην

(그 둘은) 명령되겠기를 (바라다)

복수 προδιοικησοίμεθα

(우리는) 명령되겠기를 (바라다)

προδιοικήσοισθε

(너희는) 명령되겠기를 (바라다)

προδιοικήσοιντο

(그들은) 명령되겠기를 (바라다)

부정사 προδιοικήσεσθαι

명령될 것

분사 남성여성중성
προδιοικησομενος

προδιοικησομενου

προδιοικησομενη

προδιοικησομενης

προδιοικησομενον

προδιοικησομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προδιῷκουν

(나는) 명령하고 있었다

προδιῷκεις

(너는) 명령하고 있었다

προδιῷκειν*

(그는) 명령하고 있었다

쌍수 προδιῴκειτον

(너희 둘은) 명령하고 있었다

προδιῳκεῖτην

(그 둘은) 명령하고 있었다

복수 προδιῴκουμεν

(우리는) 명령하고 있었다

προδιῴκειτε

(너희는) 명령하고 있었다

προδιῷκουν

(그들은) 명령하고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προδιῳκοῦμην

(나는) 명령되고 있었다

προδιῴκου

(너는) 명령되고 있었다

προδιῴκειτο

(그는) 명령되고 있었다

쌍수 προδιῴκεισθον

(너희 둘은) 명령되고 있었다

προδιῳκεῖσθην

(그 둘은) 명령되고 있었다

복수 προδιῳκοῦμεθα

(우리는) 명령되고 있었다

προδιῴκεισθε

(너희는) 명령되고 있었다

προδιῴκουντο

(그들은) 명령되고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 명령하다

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION