Ancient Greek-English Dictionary Language

τρίπτυχος

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: τρίπτυχος τρίπτυχον

Structure: τριπτυχ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: ptuxh/

Sense

  1. threefold

Examples

  • τρεῖσ δ’ ὄντασ <ὑμᾶσ> τριπτύχοισ τυραννίσι πατὴρ ἐπύργου, μέγα φρονῶν εὐανδρίᾳ· (Euripides, Heracles, episode, anapests 1:16)
  • σὺ δ’ ἐκλιποῦσα τριπτύχουσ θρήνουσ νεκρῶν κόμιζε σαυτήν, Ἀντιγόνη, δόμων ἔσω καὶ παρθενεύου τὴν ἰοῦσαν ἡμέραν μένουσ’, ἐν ᾗ σε λέκτρον Αἵμονοσ μένει. (Euripides, Phoenissae, episode, iambic 3:6)
  • ἐνδικώτατ’, εἴ γε λαιμοὺσ εἶχε τριπτύχουσ θανεῖν. (Euripides, episode, trochees9)
  • Κατήγμασι δὲ, σπληνῶν μήκεα, πλάτεα, πάχεα, πλήθεα‧ μῆκοσ, ὅση ἡ ἐπίδεσισ‧ πλάτοσ τριῶν ἢ τεσσάρων δακτύλων‧ πάχοσ, τριπτύχουσ ἢ τετραπτύχουσ‧ πλῆθοσ, κυκλεῦντασ μὴ ὑπερβάλλειν, μηδὲ ἐλλείπειν‧ οἷσι δὲ ἐσ διόρθωσιν, μῆκοσ, κυκλεῦντα‧ πλάτοσ καὶ πάχοσ τῇ ἐνδείῃ τεκμαίρεσθαι, μὴ ἀθρόα πληρεῦντα. (Hippocrates, Oeuvres Completes D'Hippocrate., KAT' IHTREION., 12.1)
  • ἐρύκακε γὰρ τρυφάλεια τρίπτυχοσ αὐλῶπισ, τήν οἱ πόρε Φοῖβοσ Ἀπόλλων. (Homer, Iliad, Book 11 35:3)

Synonyms

  1. threefold

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION