- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

τηλόσε?

Adverb; Transliteration: tēlose

Principal Part: τηλόσε

Etym.: τηλοῦ

Sense

  1. to a distance, far away

Examples

  • τηλόσε γὰρ δὴ σᾶς ἀπενάσθην πατρίδος καὶ ἐμᾶς, ἔνθα δοκήμασι κεῖμαι σφαχθεῖς ἁ τλάμων. (Euripides, Iphigenia in Tauris, choral, anapests 1:12)
  • ἡ δέ νυ μήτηρ τῖλε κόμην, ἀπὸ δὲ λιπαρὴν ἔρριψε καλύπτρην τηλόσε: (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 1894)
  • λάμπετο δὲ φλὸξ τηλόσε φῦσαν ἱεῖσα πυρὸς μέγα δαιομένοιο. (Anonymous, Homeric Hymns, 12:13)
  • τὸν δ οὐκ ἴσχανε δεσμά, λύγοι δ ἀπὸ τηλόσε πῖπτον] ἄγνου: (Anonymous, Homeric Hymns, 46:2)
  • τὸν δ οὐκ ἴσχανε δεσμά, λύγοι δ ἀπὸ τηλόσε πῖπτον χειρῶν ἠδὲ ποδῶν: (Anonymous, Homeric Hymns, 2:8)

Synonyms

  1. to a distance

Related

명사

형용사

동사

부사

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION