συμβούλομαι
비축약 동사;
이상동사
자동번역
로마알파벳 전사:
고전 발음: []
신약 발음: []
기본형:
συμβούλομαι
συμβουλήσομαι
συμβεβούλημαι
형태분석:
συμβούλ
(어간)
+
ομαι
(인칭어미)
뜻
- 동의하다, 찬성하다, 승인하다
- to will or to wish with another
- to agree with, to consent
활용 정보
위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.
현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.
- ἀπὸ συμβούλου φύλαξον τὴν ψυχήν σου καὶ γνῶθι πρότερον τίσ αὐτοῦ χρεία καὶ γὰρ αὐτὸσ ἑαυτῷ βουλεύσεται, μήποτε βάλῃ ἐπὶ σοὶ κλῆρον (Septuagint, Liber Sirach 37:8)
(70인역 성경, Liber Sirach 37:8)
- τὰ μεγαλεῖα τῆσ σοφίασ αὐτοῦ ἐκόσμησε, καὶ ὡσ ἔστι πρὸ τοῦ αἰῶνοσ καὶ εἰσ τὸν αἰῶνα. οὔτε προσετέθη οὔτε ἠλαττώθη, καὶ οὐ προσεδεήθη οὐδενὸσ συμβούλου. (Septuagint, Liber Sirach 42:21)
(70인역 성경, Liber Sirach 42:21)
- συμβούλου δέ μοι θανεῖν πρὶν αἰσχρῶν μὴ κατ’ ἀξίαν τυχεῖν. (Euripides, Hecuba, episode 3:20)
(에우리피데스, Hecuba, episode 3:20)
- τοῦτον μέν, ὦ θεοί, ληρεῖν ἐάσωμεν ἀεὶ τραχὺν ὄντα καὶ ἐπιτιμητικὸν ὡσ γὰρ ὁ θαυμαστὸσ Δημοσθένησ ἔφη, τὸ μὲν ἐγκαλέσαι καὶ μέμψασθαι καὶ ἐπιτιμῆσαι ῥᾴδιον καὶ παντόσ, τὸ δὲ ὅπωσ τὰ παρόντα βελτίω γενήσεται συμβουλεῦσαι, τοῦτ’ ἔμφρονοσ ὡσ ἀληθῶσ συμβούλου· (Lucian, Juppiter trageodeus, (no name) 23:1)
(루키아노스, Juppiter trageodeus, (no name) 23:1)
- ταῦτα μὲν οὖν ἄτεχνα καὶ οὐδὲν ἐμοῦ συμβούλου δεόμενα· (Lucian, Quomodo historia conscribenda sit, chapter 34 1:1)
(루키아노스, Quomodo historia conscribenda sit, chapter 34 1:1)
유의어
-
to will or to wish with another
-
동의하다
- συναινέω (to agree or consent)
- συναινέω (동의하다, 찬성하다, 승인하다)
- συννεύω (일치하다, 합의하다, 동의하다)
- ὁμορροθέω (동의하다, 일치하다, 합의하다)
- συγγιγνώσκω (동의하다, 일치하다, 합의하다)
- συνευδοκέω (to consent to)
- συγκατανεύω (to consent to)
- ὁμολογέω (동의하다, 찬성하다)
- σύμφημι (일치하다, 합의하다)
- ἐάω (일치하다, 합의하다)
- συνδοξάζω (동의하다, 찬성하다)
- ὁμογνωμονέω (동의하다, ~에 접촉해 있다, 찬성하다)