Ancient Greek-English Dictionary Language

συγκλίνω

Non-contract Verb; Transliteration:

Principal Part: συγκλίνω συγκλινῶ

Structure: συγ (Prefix) + κλίν (Stem) + ω (Ending)

Sense

  1. to lay together, to lie with

Conjugation

Present tense

Active
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συγκλίνω συγκλίνεις συγκλίνει
Dual συγκλίνετον συγκλίνετον
Plural συγκλίνομεν συγκλίνετε συγκλίνουσιν*
SubjunctiveSingular συγκλίνω συγκλίνῃς συγκλίνῃ
Dual συγκλίνητον συγκλίνητον
Plural συγκλίνωμεν συγκλίνητε συγκλίνωσιν*
OptativeSingular συγκλίνοιμι συγκλίνοις συγκλίνοι
Dual συγκλίνοιτον συγκλινοίτην
Plural συγκλίνοιμεν συγκλίνοιτε συγκλίνοιεν
ImperativeSingular συγκλίνε συγκλινέτω
Dual συγκλίνετον συγκλινέτων
Plural συγκλίνετε συγκλινόντων, συγκλινέτωσαν
Infinitive συγκλίνειν
Participle MasculineFeminineNeuter
συγκλινων συγκλινοντος συγκλινουσα συγκλινουσης συγκλινον συγκλινοντος
Middle/Passive
1st person2nd person3rd person
IndicativeSingular συγκλίνομαι συγκλίνει, συγκλίνῃ συγκλίνεται
Dual συγκλίνεσθον συγκλίνεσθον
Plural συγκλινόμεθα συγκλίνεσθε συγκλίνονται
SubjunctiveSingular συγκλίνωμαι συγκλίνῃ συγκλίνηται
Dual συγκλίνησθον συγκλίνησθον
Plural συγκλινώμεθα συγκλίνησθε συγκλίνωνται
OptativeSingular συγκλινοίμην συγκλίνοιο συγκλίνοιτο
Dual συγκλίνοισθον συγκλινοίσθην
Plural συγκλινοίμεθα συγκλίνοισθε συγκλίνοιντο
ImperativeSingular συγκλίνου συγκλινέσθω
Dual συγκλίνεσθον συγκλινέσθων
Plural συγκλίνεσθε συγκλινέσθων, συγκλινέσθωσαν
Infinitive συγκλίνεσθαι
Participle MasculineFeminineNeuter
συγκλινομενος συγκλινομενου συγκλινομενη συγκλινομενης συγκλινομενον συγκλινομενου

Imperfect tense

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Synonyms

  1. to lay together

Derived

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION