Ancient Greek-English Dictionary Language

θηκτός

First/Second declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: θηκτός θηκτή θηκτόν

Structure: θηκτ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: qh/gw의 분사형,

Sense

  1. sharpened

Examples

  • ὑμᾶσ δ’ ἀυτῶ τοὺσ ἄγαν ἐρρωμένουσ, Λαερτίου παῖ, θηκτὰ κοιμίσαι ξίφη. (Euripides, Rhesus, episode 2:20)
  • πρὸσ δὲ τῆσ τύχησ νοσῶν ἀρὰσ ἀρᾶται παισὶν ἀνοσιωτάτασ, θηκτῷ σιδήρῳ δῶμα διαλαχεῖν τόδε. (Euripides, Phoenissae, episode 4:6)
  • καὶ γὰρ ἔκπωμα διακόψαντεσ ἀργυροῦν καὶ ἱμάτιον διατεμόντεσ ἀπῄεσαν, ὥσπερ ἐκ τραγικῆσ τινοσ κατάρασ θηκτῷ σιδήρῳ δῶμα διαλαχόντεσ. (Plutarch, De fraterno amore, section 11 2:3)
  • θηκτῷ σιδήρῳ δῶμα διαλαχόντεσ οἱ δὲ καὶ διηγοῦνται πρὸσ ἑτέρουσ γαυριῶντεσ, ὅτι τῶν ἀδελφῶν πανουργίᾳ καὶ δριμύτητι καὶ παραλογισμῷ πλέον ἔσχον ἐν τῷ νέμεσθαι, δέον ἀγάλλεσθαι καὶ μέγα φρονεῖν ἐπιεικείᾳ καὶ χάριτι καὶ ὑπείξει περιγενομένουσ. (Plutarch, De fraterno amore, section 11 10:1)
  • εἰσ τὸν Καλυδώνιον σῦν χάλκεοσ, ἀλλ’ ἄθρησον ὅσον θράσοσ ἄνυσε κάπρου ὁ πλάστασ, ἔμπνουν θῆρα τυπωσάμενοσ, χαίτασ αὐχενίουσ πεφρικότα, θηκτὸν ὀδόντα βρύχοντα, γλήναισ φρικτὸν ἱέντα σέλασ, ἀφρῷ χείλεα πάντα δεδευμένον· (Unknown, Greek Anthology, Volume V, book 15, chapter 511)

Synonyms

  1. sharpened

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION