Ancient Greek-English Dictionary Language

πολυτελής

Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: πολυτελής πολυτελές

Structure: πολυτελη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: te/los

Sense

  1. very expensive, very costly
  2. spending much, lavish, extravagant, in the costliest manner

Examples

  • εἰσ ἐνώτιον χρυσοῦν καὶ σάρδιον πολυτελὲσ δέδεται, λόγοσ σοφὸσ εἰσ εὐήκοον οὖσ. (Septuagint, Liber Proverbiorum 25:13)
  • πολυτελὲσ ὄψον ὠνουμένουσ καὶ τὸν οἶνον ἐν τοῖσ συμποσίοισ μετὰ κρόκων τε καὶ ἀρομάτων ἐκχέοντασ, τοὺσ μέσου χειμῶνοσ ἐμπιπλαμένουσ ῥόδων καὶ τὸ σπάνιον αὐτῶν καὶ παρὰ καιρὸν ἀγαπῶντοσ, τῶν δ’ ἐν καιρῷ καὶ κατὰ φύσιν ὡσ εὐτελῶν ὑπερηφανοῦντασ, τούτουσ εἶναι τοὺσ καὶ τὰ μύρα πίνοντασ· (Lucian, Nigrinus, Nigrinou Fiaosofia 31:4)
  • ἐμοὶ γὰρ ἡ εὐδαιμονία οὐκ ἐν ὑὸσ ἀγρίου μοίρᾳ ἢ λαγωοῦ ἢ πλακοῦντοσ, ἃ παρ’ ἄλλοισ ἀφθόνωσ ἀπολαύω τὰ καθήκοντα εἰδόσιν, ἐπεὶ καὶ τήμερον παρὰ τῷ μαθητῇ Παμμένει δειπνῆσαι πολυτελέσ, ὥσ φασι, δεῖπνον δυνάμενοσ οὐκ ἐπένευσα ἱκετεύοντι, σοὶ ὁ ἀνόητοσ ἐμαυτὸν φυλάττων. (Lucian, Symposium, (no name) 22:6)
  • πολυτελὲσ τὸ χρῆμα καὶ πλουσίων δεόμενον. (Lucian, Vitarum auctio, (no name) 12:3)
  • ποῖον οὖν οὐ πολυτελὲσ δεῖπνον, εἰσ ὃ οὐ θανατοῦταί τι ἔμψυχον; (Plutarch, De esu carnium II, section 31)

Synonyms

  1. very expensive

  2. spending much

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION