헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

πηγάζω

비축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: πηγάζω πηγάσω

형태분석: πηγάζ (어간) + ω (인칭어미)

어원: phgh/

  1. to spring or gush forth
  2. to gush forth with

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πηγάζω

πηγάζεις

πηγάζει

쌍수 πηγάζετον

πηγάζετον

복수 πηγάζομεν

πηγάζετε

πηγάζουσιν*

접속법단수 πηγάζω

πηγάζῃς

πηγάζῃ

쌍수 πηγάζητον

πηγάζητον

복수 πηγάζωμεν

πηγάζητε

πηγάζωσιν*

기원법단수 πηγάζοιμι

πηγάζοις

πηγάζοι

쌍수 πηγάζοιτον

πηγαζοίτην

복수 πηγάζοιμεν

πηγάζοιτε

πηγάζοιεν

명령법단수 πήγαζε

πηγαζέτω

쌍수 πηγάζετον

πηγαζέτων

복수 πηγάζετε

πηγαζόντων, πηγαζέτωσαν

부정사 πηγάζειν

분사 남성여성중성
πηγαζων

πηγαζοντος

πηγαζουσα

πηγαζουσης

πηγαζον

πηγαζοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πηγάζομαι

πηγάζει, πηγάζῃ

πηγάζεται

쌍수 πηγάζεσθον

πηγάζεσθον

복수 πηγαζόμεθα

πηγάζεσθε

πηγάζονται

접속법단수 πηγάζωμαι

πηγάζῃ

πηγάζηται

쌍수 πηγάζησθον

πηγάζησθον

복수 πηγαζώμεθα

πηγάζησθε

πηγάζωνται

기원법단수 πηγαζοίμην

πηγάζοιο

πηγάζοιτο

쌍수 πηγάζοισθον

πηγαζοίσθην

복수 πηγαζοίμεθα

πηγάζοισθε

πηγάζοιντο

명령법단수 πηγάζου

πηγαζέσθω

쌍수 πηγάζεσθον

πηγαζέσθων

복수 πηγάζεσθε

πηγαζέσθων, πηγαζέσθωσαν

부정사 πηγάζεσθαι

분사 남성여성중성
πηγαζομενος

πηγαζομενου

πηγαζομενη

πηγαζομενης

πηγαζομενον

πηγαζομενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to spring or gush forth

  2. to gush forth with

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION