헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

πετρόω

ο 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: πετρόω πετρώσω

형태분석: πετρό (어간) + ω (인칭어미)

어원: pe/tros

  1. to turn into stone, petrify
  2. to be stoned

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πέτρω

πέτροις

πέτροι

쌍수 πέτρουτον

πέτρουτον

복수 πέτρουμεν

πέτρουτε

πέτρουσιν*

접속법단수 πέτρω

πέτροις

πέτροι

쌍수 πέτρωτον

πέτρωτον

복수 πέτρωμεν

πέτρωτε

πέτρωσιν*

기원법단수 πέτροιμι

πέτροις

πέτροι

쌍수 πέτροιτον

πετροίτην

복수 πέτροιμεν

πέτροιτε

πέτροιεν

명령법단수 πε͂τρου

πετροῦτω

쌍수 πέτρουτον

πετροῦτων

복수 πέτρουτε

πετροῦντων, πετροῦτωσαν

부정사 πέτρουν

분사 남성여성중성
πετρων

πετρουντος

πετρουσα

πετρουσης

πετρουν

πετρουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 πέτρουμαι

πέτροι

πέτρουται

쌍수 πέτρουσθον

πέτρουσθον

복수 πετροῦμεθα

πέτρουσθε

πέτρουνται

접속법단수 πέτρωμαι

πέτροι

πέτρωται

쌍수 πέτρωσθον

πέτρωσθον

복수 πετρώμεθα

πέτρωσθε

πέτρωνται

기원법단수 πετροίμην

πέτροιο

πέτροιτο

쌍수 πέτροισθον

πετροίσθην

복수 πετροίμεθα

πέτροισθε

πέτροιντο

명령법단수 πέτρου

πετροῦσθω

쌍수 πέτρουσθον

πετροῦσθων

복수 πέτρουσθε

πετροῦσθων, πετροῦσθωσαν

부정사 πέτρουσθαι

분사 남성여성중성
πετρουμενος

πετρουμενου

πετρουμενη

πετρουμενης

πετρουμενον

πετρουμενου

미래 시제

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • τοῦτο δὲ ἀμήχανον εἶναι καταπίπτοντοσ ὅταν εἰσ ἄκρον ἔλθῃ πάλιν τοῦ πέτρου. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 2018)

    (디오니시오스, De Compositione Verborum, chapter 2018)

  • ἐνταῦθα ἡ σύνθεσίσ ἐστιν ἡ δηλοῦσα τῶν γινομένων ἕκαστον, τὸ βάροσ τοῦ πέτρου, τὴν ἐπίπονον ἐκ τῆσ γῆσ κίνησιν, τὸν διερειδόμενον τοῖσ κώλοισ, τὸν ἀναβαίνοντα πρὸσ τὸν ὄχθον, τὴν μόλισ ἀνωθουμένην πέτραν· (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 2022)

    (디오니시오스, De Compositione Verborum, chapter 2022)

  • οἱ ῥυθμοὶ δ’ ἐν μήκει θεωρούμενοι τὴν ἔκτασιν τῶν μελῶν καὶ τὸν διελκυσμὸν τοῦ κυλίοντοσ καὶ τὴν τοῦ πέτρου ἔρεισιν. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 2034)

    (디오니시오스, De Compositione Verborum, chapter 2034)

  • ὁ τὴν καταφορὰν δηλῶν τοῦ πέτρου στίχοσ μονοσύλλαβον μὲν οὐδεμίαν, δισυλλάβουσ δὲ δύο μόνασ ἔχει λέξεισ. (Dionysius of Halicarnassus, De Compositione Verborum, chapter 2043)

    (디오니시오스, De Compositione Verborum, chapter 2043)

  • οὐκ, ὦ κακῶν κάκιστε, καὶ γὰρ ἂν πέτρου φύσιν σύ γ’ ὀργάνειασ, ἐξερεῖσ ποτε, ἀλλ’ ὧδ’ ἄτεγκτοσ κἀτελεύτητοσ φανεῖ; (Sophocles, Oedipus Tyrannus, episode 4:6)

    (소포클레스, 오이디푸스 튀란노스, episode 4:6)

유의어

  1. to turn into stone

  2. to be stoned

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION