Ancient Greek-English Dictionary Language

ὀργανικός

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ὀργανικός ὀργανική ὀργανικόν

Structure: ὀργανικ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. serving as instruments or engines, by way of instruments

Examples

  • τὴν γὰρ ἀγαπωμένην ταύτην καὶ περιβόητον ὀργανικὴν ἤρξαντο μὲν κινεῖν οἱ περὶ Εὔδοξον καὶ Ἀρχύταν, ποικίλλοντεσ τῷ γλαφυρῷ γεωμετρίαν, καὶ λογικῆσ καὶ γραμμικῆσ ἀποδείξεωσ οὐκ εὐποροῦντα προβλήματα δι’ αἰσθητῶν καὶ ὀργανικῶν παραδειγμάτων ὑπερείδοντεσ, ὡσ τὸ περὶ δύο μέσασ ἀνὰ λόγον πρόβλημα καὶ στοιχεῖον ἐπὶ πολ λὰ τῶν γραφομένων ἀναγκαῖον εἰσ ὀργανικὰσ ἐξῆγον ἀμφότεροι κατασκευάσ, μεσογράφουσ τινὰσ ἀπὸ καμπύλων γραμμῶν καὶ τμημάτων μεθαρμόζοντεσ· (Plutarch, Marcellus, chapter 14 5:1)
  • Οὗτοσ πρῶτοσ τὰ μηχανικὰ ταῖσ μαθηματικαῖσ προσχρησάμενοσ ἀρχαῖσ μεθώδευσε καὶ πρῶτοσ κίνησιν ὀργανικὴν διαγράμματι γεωμετρικῷ προσήγαγε, διὰ τῆσ τομῆσ τοῦ ἡμικυλίνδρου δύο μέσασ ἀνὰ λόγον λαβεῖν ζητῶν εἰσ τὸν τοῦ κύβου διπλασιασμόν. (Diogenes Laertius, Lives of Eminent Philosophers, h, Kef. d'. ARXUTAS 5:1)

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION