Ancient Greek-English Dictionary Language

καρκίνος

Second declension Noun; Masculine 자동번역 Transliteration:

Principal Part: καρκίνος καρκίνου

Structure: καρκιν (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. crab
  2. Cancer, the zodiac sign
  3. sore, ulcer, cancer
  4. items which resemble a crab's pincers, pair of pincers, a type of torture instrument
  5. temple bones
  6. type of shoe
  7. type of bandage
  8. pair of compasses
  9. still

Declension

Second declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • ὥστ’ ἂν εἰ λέγοι παρ’ αὐτὴν Ξενοκλέησ ὁ Καρκίνου, δοκεῖν ἂν αὐτόν, ὡσ ἐγᾦμαι, πᾶσιν ὑμῖν ἄντικρυσ μηδὲν λέγειν. (Aristotle, Thesmophoriazusae, Lyric-Scene, strophe 13)
  • ἢν δέ σε Καρκίνοσ ἐλθὼν ἀντιβολῇ μετὰ τῶν παίδων χορεῦσαι, μήθ’ ὑπάκουε μήτ’ ἔλθῃσ συνέριθοσ αὐτοῖσ, ἀλλὰ νόμιζε πάντασ ὄρτυγασ οἰκογενεῖσ γυλιαύχενασ ὀρχηστὰσ ναννοφυεῖσ σφυράδων ἀποκνίσματα μηχανοδίφασ. (Aristotle, Peace, Parabasis, strophe 13)
  • εὐδαιμονέστεροσ φανεῖ τῶν Καρκίνου στροβίλων. (Aristotle, Peace, Lyric-Scene, strophe 16)
  • οὔποτε ποιήσεισ τὸν καρκίνον ὀρθὰ βαδίζειν. (Aristotle, Peace, Lyric-Scene, dactyls13)
  • ὥστ’ ἔφη Θέωροσ εἰπεῖν καρκίνον Κορίνθιον, δεινά γ’ ὦ Πόσειδον εἰ μήτ’ ἐν βυθῷ δυνήσομαι μήτε γῇ μήτ’ ἐν θαλάττῃ διαφυγεῖν τοὺσ ἱππέασ. (Aristotle, Parabasis, antepirrheme12)
  • θ# ὁ δὲ καρκίνοσ ὧδ’ ἔφη, χαλᾷ τὸν ὄφιν λαβών εὐθὺν χρὴ τὸν ἑταῖρον ἔμμεν καὶ μὴ σκολιὰ φρονεῖν. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 15, book 15, chapter 50 4:4)
  • Καρκίνοσ μὲν Ἀχιλλεῖ· (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 5, book 5, chapter 15 1:4)
  • οὐδ’ ὅτε Καρκίνοσ Αἐρόπῃ εὐτύχει ἢ Ἕκτορι Ἀστυδάμασ, ἀλλ’ ἕκτῃ μὲν ἱσταμένου Βοηδρομιῶνοσ ἐσέτι νῦν τὴν ἐν Μαραθῶνι νίκην ἡ πόλισ ἑορτάζει· (Plutarch, De gloria Atheniensium, section 7 3:4)
  • ταῦθ’ ἡ πόλισ ἑορτάζει καὶ ὑπὲρ τούτων θύει τοῖσ θεοῖσ, οὐκ ἐπὶ ταῖσ Αἰσχύλου νίκαισ ἢ Σοφοκλέουσ οὐδ’ ὅτε Καρκίνοσ Αἐρόπῃ συνῆν ἢ Ἕκτορι Ἀστυδάμασ, ἀλλ’ ἕκτῃ μὲν ἱσταμένου Βοηδρομιῶνοσ ἐσέτι νῦν τὴν ἐν Μαραθῶνι νίκην ἡ πόλισ ἑορτάζει· (Plutarch, De gloria Atheniensium, section 7 9:1)

Synonyms

  1. crab

  2. Cancer

  3. temple bones

  4. type of bandage

  5. pair of compasses

  6. still

Related

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION