Ancient Greek-English Dictionary Language

δορίκτητος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: δορίκτητος δορίκτητον

Structure: δορικτητ (Stem) + ος (Ending)

Sense

  1. won by the spear

Examples

  • ἔπειτ’ ἐκείνων τῶν δορικτήτων ἐξόν μοι λαβεῖν ὁπόσ’ ἂν ἐβουλόμην οὐ λαβών, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐκ τοῦ δικαίου πλοῦτον ὑπεριδὼν ἕνεκα δόξησ, ὡσ Οὐαλέριοσ Ποπλικόλασ ἐποίησε καὶ ἄλλοι πλεῖστοι πρὸσ τούτῳ συχνοί, δι’ οὓσ ἡ πόλισ ἡμῶν τηλικαύτη γέγονε, τὰσ παρὰ σοῦ δέξομαι δωρεὰσ καὶ ἀντὶ τῆσ κρείττονοσ εὐπορίασ ἀλλάξομαι τὴν χείρονα; (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books X-XX, book 19, chapter 16 10:1)
  • ἅπαντάσ τε καὶ Ἕλληνασ καὶ βαρβάρουσ εἰδότεσ αὐτῷ χρωμένουσ οὐκ ἂν ἐνδοίημεν ὑμῖν μαλακὸν οὐδὲν οὐδ’ ἂν ἀποσταίημεν ἔτι τῶν δορικτήτων. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books VII-IX, book 8, chapter 10 3:3)
  • ἔτυχε τῷ πρότερον ἐνιαυτῷ πεπραμένη μετὰ τῶν ἄλλων δορίκτήτων ἡ γῆ, καὶ τὸ πεσὸν ἀπὸ τῆσ τιμῆσ ἀργύριον διῃρημένον τοῖσ πολίταισ. (Dionysius of Halicarnassus, Antiquitates Romanae, Books X-XX, book 20, chapter 17 3:2)

Synonyms

  1. won by the spear

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION