헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

ἀπεκδύνω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: ἀπεκδύνω

형태분석: ἀπεκδύν (어간) + ω (인칭어미)

  1. 연기하다, 미루다, 늦추다
  2. 약탈하다, 강탈하다, 빼앗다
  1. to strip off from
  2. to strip off oneself, to put off
  3. to strip off for oneself, to despoil

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀπεκδύνω

ἀπεκδύνεις

ἀπεκδύνει

쌍수 ἀπεκδύνετον

ἀπεκδύνετον

복수 ἀπεκδύνομεν

ἀπεκδύνετε

ἀπεκδύνουσιν*

접속법단수 ἀπεκδύνω

ἀπεκδύνῃς

ἀπεκδύνῃ

쌍수 ἀπεκδύνητον

ἀπεκδύνητον

복수 ἀπεκδύνωμεν

ἀπεκδύνητε

ἀπεκδύνωσιν*

기원법단수 ἀπεκδύνοιμι

ἀπεκδύνοις

ἀπεκδύνοι

쌍수 ἀπεκδύνοιτον

ἀπεκδυνοίτην

복수 ἀπεκδύνοιμεν

ἀπεκδύνοιτε

ἀπεκδύνοιεν

명령법단수 ἀπέκδυνε

ἀπεκδυνέτω

쌍수 ἀπεκδύνετον

ἀπεκδυνέτων

복수 ἀπεκδύνετε

ἀπεκδυνόντων, ἀπεκδυνέτωσαν

부정사 ἀπεκδύνειν

분사 남성여성중성
ἀπεκδυνων

ἀπεκδυνοντος

ἀπεκδυνουσα

ἀπεκδυνουσης

ἀπεκδυνον

ἀπεκδυνοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 ἀπεκδύνομαι

ἀπεκδύνει, ἀπεκδύνῃ

ἀπεκδύνεται

쌍수 ἀπεκδύνεσθον

ἀπεκδύνεσθον

복수 ἀπεκδυνόμεθα

ἀπεκδύνεσθε

ἀπεκδύνονται

접속법단수 ἀπεκδύνωμαι

ἀπεκδύνῃ

ἀπεκδύνηται

쌍수 ἀπεκδύνησθον

ἀπεκδύνησθον

복수 ἀπεκδυνώμεθα

ἀπεκδύνησθε

ἀπεκδύνωνται

기원법단수 ἀπεκδυνοίμην

ἀπεκδύνοιο

ἀπεκδύνοιτο

쌍수 ἀπεκδύνοισθον

ἀπεκδυνοίσθην

복수 ἀπεκδυνοίμεθα

ἀπεκδύνοισθε

ἀπεκδύνοιντο

명령법단수 ἀπεκδύνου

ἀπεκδυνέσθω

쌍수 ἀπεκδύνεσθον

ἀπεκδυνέσθων

복수 ἀπεκδύνεσθε

ἀπεκδυνέσθων, ἀπεκδυνέσθωσαν

부정사 ἀπεκδύνεσθαι

분사 남성여성중성
ἀπεκδυνομενος

ἀπεκδυνομενου

ἀπεκδυνομενη

ἀπεκδυνομενης

ἀπεκδυνομενον

ἀπεκδυνομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to strip off from

  2. 연기하다

  3. 약탈하다

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION