Ancient Greek-English Dictionary Language

ἁλία

First declension Noun; Transliteration:

Principal Part: ἁλία

Sense

  1. an assembly of the people

Examples

  • ἁ δ’ εὐήρετμοσ ἔκπαγλ’ ἁλία χερσὶ παραπτομένα πλάτα θρῴσκει, τῶν ἑκατομπόδων Νηρῄδων ἀκόλουθοσ. (Sophocles, Oedipus at Colonus, choral, antistrophe 23)
  • Γίγνεται ἕλκεα καὶ ἐν ὑστέρῃ, τὰ μὲν πλατέα, κνησμώδεα, ἅπερ ἅλια, ὅκωσ ἀναδορή τισ ἐπιπολῆσ, πῦον παχὺ, ἄνοσμον, ὀλίγον. (Aretaeus, The Extant Works of Aretaeus, The Cappadocian., , 278)
  • ποτεραμ μυλτα αλια ετ σενατυσ ξονσυλτα ετ ιυδιξια πρινξιπυμ δε ϝαλεριανο προφερρε, νισι ετ ϝοβισ πλεραθυε νοτα εσσεντ, ετ πυδερετ αλτιυσ ϝιρυμ εχτολλερε, θυι φαταλι θυαδαμ νεξεσσιτατε συπερατυσ εστ. (Unknown, Scriptores Historiae Augustae, Vol 3, valeriani duo, chapter 7 1:1)
  • δε ηοξ ετιαμ διξι ποσσε ϝιδεατυρ, θυι υνα διε φαξτυσ εστ ιμπερατορ, αλια διε ϝισυσ εστ ιμπεραρε, τερτια ιντερεμπτυσ εστ. (Unknown, Scriptores Historiae Augustae, Vol 3, tyranni triginta, marius 2:1)
  • ηισ διξτισ ξυμ αλια διε μανε προξεσσισσετ, α πρινξιπιισ ιμπερατορ εστ σαλυτατυσ. (Unknown, Scriptores Historiae Augustae, Vol 3, tyranni triginta, regali anus 7:2)

Synonyms

  1. an assembly of the people

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION