Ancient Greek-English Dictionary Language

θυία

First declension Noun; Transliteration:

Principal Part: θυία

Sense

  1. an African tree with scented wood, juniper or cedar

Examples

  • καὶ διεπορεύετο ὁ λαὸσ καὶ συνέλεγον καὶ ἤληθον αὐτὸ ἐν τῷ μύλῳ καὶ ἔτριβον ἐν τῇ θυί̈ᾳ καὶ ἥψουν αὐτὸ ἐν τῇ χύτρᾳ καὶ ἐποίουν αὐτὸ ἐγκρυφίασ, καὶ ἦν ἡ ἡδονὴ αὐτοῦ ὡσεὶ γεῦμα ἐγκρὶσ ἐξ ἐλαίου. (Septuagint, Liber Numeri 11:8)
  • "σεδ θυια ϝελ φατο ϝελ ϝιρτυτε γενσ ιλλα πλυριμυμ ποτεστ, ϝιδε νε, θυοδ σενεμ ιμπερατορεμ ξεπιστι ετ ιδ θυιδεμ φραυδε, μαλε τιβι ξεδατ ετ ποστερισ τυισ. (Unknown, Scriptores Historiae Augustae, Vol 3, valeriani duo, chapter 1 1:3)
  • θυοδ ιδξιρξο αδδιδι, θυια μυλτι ευμ ιμπεριι συι αννο νονο περισσε διχερυντ. (Unknown, Scriptores Historiae Augustae, Vol 3, gallieni duo, saloninus gallienus 5:2)
  • θυαε ιδξιρξο ποσυι, θυια διγνα ετ μεμορατυ ϝιδεβαντυρ ετ ξογνιτυ. (Unknown, Scriptores Historiae Augustae, Vol 3, gallieni duo, chapter 20 5:4)
  • "αρσ μιηι οβιξιατυρ φερραρια, δυμ με ετ εχτεραε γεντεσ φερρυμ τραξτασσε συισ ξλαδιβυσ ρεξογνοσξαντ, ενιταρ δενιθυε, υτ ομνισ αλαμαννια ομνισθυε γερμανια ξυμ ξετερισ θυαε αδιαξεντ γεντιβυσ ρομανυμ ποπυλυμ φερραταμ πυτεντ γεντεμ, υτ σπεξιαλιτερ ιν νοβισ φερρυμ τιμεαντ, ϝοσ ταμεν ξογιτετισ ϝελιμ φεξισσε ϝοσ πρινξιπεμ, θυι νυμθυαμ θυιξθυαμ σξιεριτ τραξταρε νισι φερρυμ, θυοδ ιδξιρξο διξο, θυια σξιο μιηι α λυχυριοσισσιμα ιλλα πεστε νιηιλ οππονι ποσσε νισι ηοξ, θυοδ γλαδιορυμ ατθυε αρμορυμ αρτιφεχ φυεριμ. (Unknown, Scriptores Historiae Augustae, Vol 3, tyranni triginta, marius 8:4)

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION