헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προσβιάζομαι

비축약 동사; 이상동사 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προσβιάζομαι προσβιάσομαι

형태분석: προς (접두사) + βιάζ (어간) + ομαι (인칭어미)

  1. 강요하다, 묶다, 억지로 시키다
  1. to compel, constrain
  2. to be forced or hard pressed

활용 정보

현재 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσβιάζομαι

(나는) 강요한다

προσβιάζει, προσβιάζῃ

(너는) 강요한다

προσβιάζεται

(그는) 강요한다

쌍수 προσβιάζεσθον

(너희 둘은) 강요한다

προσβιάζεσθον

(그 둘은) 강요한다

복수 προσβιαζόμεθα

(우리는) 강요한다

προσβιάζεσθε

(너희는) 강요한다

προσβιάζονται

(그들은) 강요한다

접속법단수 προσβιάζωμαι

(나는) 강요하자

προσβιάζῃ

(너는) 강요하자

προσβιάζηται

(그는) 강요하자

쌍수 προσβιάζησθον

(너희 둘은) 강요하자

προσβιάζησθον

(그 둘은) 강요하자

복수 προσβιαζώμεθα

(우리는) 강요하자

προσβιάζησθε

(너희는) 강요하자

προσβιάζωνται

(그들은) 강요하자

기원법단수 προσβιαζοίμην

(나는) 강요하기를 (바라다)

προσβιάζοιο

(너는) 강요하기를 (바라다)

προσβιάζοιτο

(그는) 강요하기를 (바라다)

쌍수 προσβιάζοισθον

(너희 둘은) 강요하기를 (바라다)

προσβιαζοίσθην

(그 둘은) 강요하기를 (바라다)

복수 προσβιαζοίμεθα

(우리는) 강요하기를 (바라다)

προσβιάζοισθε

(너희는) 강요하기를 (바라다)

προσβιάζοιντο

(그들은) 강요하기를 (바라다)

명령법단수 προσβιάζου

(너는) 강요해라

προσβιαζέσθω

(그는) 강요해라

쌍수 προσβιάζεσθον

(너희 둘은) 강요해라

προσβιαζέσθων

(그 둘은) 강요해라

복수 προσβιάζεσθε

(너희는) 강요해라

προσβιαζέσθων, προσβιαζέσθωσαν

(그들은) 강요해라

부정사 προσβιάζεσθαι

강요하는 것

분사 남성여성중성
προσβιαζομενος

προσβιαζομενου

προσβιαζομενη

προσβιαζομενης

προσβιαζομενον

προσβιαζομενου

미래 시제

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσβιάσομαι

(나는) 강요하겠다

προσβιάσει, προσβιάσῃ

(너는) 강요하겠다

προσβιάσεται

(그는) 강요하겠다

쌍수 προσβιάσεσθον

(너희 둘은) 강요하겠다

προσβιάσεσθον

(그 둘은) 강요하겠다

복수 προσβιασόμεθα

(우리는) 강요하겠다

προσβιάσεσθε

(너희는) 강요하겠다

προσβιάσονται

(그들은) 강요하겠다

기원법단수 προσβιασοίμην

(나는) 강요하겠기를 (바라다)

προσβιάσοιο

(너는) 강요하겠기를 (바라다)

προσβιάσοιτο

(그는) 강요하겠기를 (바라다)

쌍수 προσβιάσοισθον

(너희 둘은) 강요하겠기를 (바라다)

προσβιασοίσθην

(그 둘은) 강요하겠기를 (바라다)

복수 προσβιασοίμεθα

(우리는) 강요하겠기를 (바라다)

προσβιάσοισθε

(너희는) 강요하겠기를 (바라다)

προσβιάσοιντο

(그들은) 강요하겠기를 (바라다)

부정사 προσβιάσεσθαι

강요할 것

분사 남성여성중성
προσβιασομενος

προσβιασομενου

προσβιασομενη

προσβιασομενης

προσβιασομενον

προσβιασομενου

미완료(Imperfect) 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσεβιαζόμην

(나는) 강요하고 있었다

προσεβιάζου

(너는) 강요하고 있었다

προσεβιάζετο

(그는) 강요하고 있었다

쌍수 προσεβιάζεσθον

(너희 둘은) 강요하고 있었다

προσεβιαζέσθην

(그 둘은) 강요하고 있었다

복수 προσεβιαζόμεθα

(우리는) 강요하고 있었다

προσεβιάζεσθε

(너희는) 강요하고 있었다

προσεβιάζοντο

(그들은) 강요하고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • ἐπεὶ δὲ ἐσ τοσοῦτον ἥκει πλεονεξίασ τε καὶ ἀνομίασ,^ ὥστε ἐφ’ οἷσ ἡσύχασα πολλάκισ οὐκ ἀγαπῶν, ἄλλ’ ^ ἤδη καὶ πλείω προσβιάζεται, ἀναγκαίωσ αὐτὸ εὐθύνω νῦν παρὰ τοῖσ ἀμφότερα εἰδόσιν ὑμῖν. (Lucian, Judicium vocalium, (no name) 2:1)

    (루키아노스, Judicium vocalium, (no name) 2:1)

  • οἱ γὰρ βλέποντεσ τοῖσ τυφλοῖσ ἡγούμεθα, οὗτοσ δ’ ἀκολουθεῖ, κἀμὲ προσβιάζεται, καὶ ταῦτ’ ἀποκρινομένῳ τὸ παράπαν οὐδὲ γρῦ. (Aristophanes, Plutus, Prologue 1:6)

    (아리스토파네스, Plutus, Prologue 1:6)

  • εἶτα τὴν ἑτέραν ἐπάγοντεσ καὶ συναρμόζοντεσ, ὥστε τὴν κεφαλὴν καὶ τὰσ χεῖρασ ἔξω καὶ τοὺσ πόδασ ἀπολαμβάνεσθαι, τὸ δὲ ἄλλο σῶμα πᾶν ἀποκεκρύφθαι, διδόασιν ἐσθίειν τῷ ἀνθρώπῳ, κἂν μὴ θέλῃ, προσβιάζονται κεντοῦντεσ τὰ ὄμματα· (Plutarch, Artaxerxes, chapter 16 2:3)

    (플루타르코스, Artaxerxes, chapter 16 2:3)

  • τοιαῦτα καί πρὸσ ἕκαστον ἰδίᾳ καί κοινῇ πολλάκισ ἐν τῷ δήμῳ σχετλιάζοντεσ ἐπεκλῶντο πάλιν ὑπὸ τῶν πολλῶν τήν παροῦσαν ὀλοφυρομένων ἀμηχανίαν, καί δεομένων μὴ σφᾶσ ὥσπερ ἐκ ναυαγίου γυμνοὺσ καί ἀπόρουσ σωθέντασ προσβιάζεσθαι τὰ λείψανα τῆσ διεφθαρμένησ συμπηγνύναι πόλεωσ, ἑτέρασ ἑτοίμησ παρούσησ. (Plutarch, Camillus, chapter 31 5:1)

    (플루타르코스, Camillus, chapter 31 5:1)

  • δούλῳ δὲ συμβουλεύσαιμ’ ἂν καὶ μὴ ἐθέλοντά γε προσβιαζοίμην· (Plato, Epistles, Letter 7 52:2)

    (플라톤, Epistles, Letter 7 52:2)

유의어

  1. 강요하다

  2. to be forced or hard pressed

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION