헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

εἰσαμείβω

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: εἰσαμείβω εἰσαμείψω

형태분석: εἰς (접두사) + ἀμείβ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 들어가다, 입장하다, 부재인 사람을 임명하다
  1. to go into, enter

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 εἰσαμείβω

(나는) 들어간다

εἰσαμείβεις

(너는) 들어간다

εἰσαμείβει

(그는) 들어간다

쌍수 εἰσαμείβετον

(너희 둘은) 들어간다

εἰσαμείβετον

(그 둘은) 들어간다

복수 εἰσαμείβομεν

(우리는) 들어간다

εἰσαμείβετε

(너희는) 들어간다

εἰσαμείβουσιν*

(그들은) 들어간다

접속법단수 εἰσαμείβω

(나는) 들어가자

εἰσαμείβῃς

(너는) 들어가자

εἰσαμείβῃ

(그는) 들어가자

쌍수 εἰσαμείβητον

(너희 둘은) 들어가자

εἰσαμείβητον

(그 둘은) 들어가자

복수 εἰσαμείβωμεν

(우리는) 들어가자

εἰσαμείβητε

(너희는) 들어가자

εἰσαμείβωσιν*

(그들은) 들어가자

기원법단수 εἰσαμείβοιμι

(나는) 들어가기를 (바라다)

εἰσαμείβοις

(너는) 들어가기를 (바라다)

εἰσαμείβοι

(그는) 들어가기를 (바라다)

쌍수 εἰσαμείβοιτον

(너희 둘은) 들어가기를 (바라다)

εἰσαμειβοίτην

(그 둘은) 들어가기를 (바라다)

복수 εἰσαμείβοιμεν

(우리는) 들어가기를 (바라다)

εἰσαμείβοιτε

(너희는) 들어가기를 (바라다)

εἰσαμείβοιεν

(그들은) 들어가기를 (바라다)

명령법단수 εἰσάμειβε

(너는) 들어가라

εἰσαμειβέτω

(그는) 들어가라

쌍수 εἰσαμείβετον

(너희 둘은) 들어가라

εἰσαμειβέτων

(그 둘은) 들어가라

복수 εἰσαμείβετε

(너희는) 들어가라

εἰσαμειβόντων, εἰσαμειβέτωσαν

(그들은) 들어가라

부정사 εἰσαμείβειν

들어가는 것

분사 남성여성중성
εἰσαμειβων

εἰσαμειβοντος

εἰσαμειβουσα

εἰσαμειβουσης

εἰσαμειβον

εἰσαμειβοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 εἰσαμείβομαι

(나는) 들어가여진다

εἰσαμείβει, εἰσαμείβῃ

(너는) 들어가여진다

εἰσαμείβεται

(그는) 들어가여진다

쌍수 εἰσαμείβεσθον

(너희 둘은) 들어가여진다

εἰσαμείβεσθον

(그 둘은) 들어가여진다

복수 εἰσαμειβόμεθα

(우리는) 들어가여진다

εἰσαμείβεσθε

(너희는) 들어가여진다

εἰσαμείβονται

(그들은) 들어가여진다

접속법단수 εἰσαμείβωμαι

(나는) 들어가여지자

εἰσαμείβῃ

(너는) 들어가여지자

εἰσαμείβηται

(그는) 들어가여지자

쌍수 εἰσαμείβησθον

(너희 둘은) 들어가여지자

εἰσαμείβησθον

(그 둘은) 들어가여지자

복수 εἰσαμειβώμεθα

(우리는) 들어가여지자

εἰσαμείβησθε

(너희는) 들어가여지자

εἰσαμείβωνται

(그들은) 들어가여지자

기원법단수 εἰσαμειβοίμην

(나는) 들어가여지기를 (바라다)

εἰσαμείβοιο

(너는) 들어가여지기를 (바라다)

εἰσαμείβοιτο

(그는) 들어가여지기를 (바라다)

쌍수 εἰσαμείβοισθον

(너희 둘은) 들어가여지기를 (바라다)

εἰσαμειβοίσθην

(그 둘은) 들어가여지기를 (바라다)

복수 εἰσαμειβοίμεθα

(우리는) 들어가여지기를 (바라다)

εἰσαμείβοισθε

(너희는) 들어가여지기를 (바라다)

εἰσαμείβοιντο

(그들은) 들어가여지기를 (바라다)

명령법단수 εἰσαμείβου

(너는) 들어가여져라

εἰσαμειβέσθω

(그는) 들어가여져라

쌍수 εἰσαμείβεσθον

(너희 둘은) 들어가여져라

εἰσαμειβέσθων

(그 둘은) 들어가여져라

복수 εἰσαμείβεσθε

(너희는) 들어가여져라

εἰσαμειβέσθων, εἰσαμειβέσθωσαν

(그들은) 들어가여져라

부정사 εἰσαμείβεσθαι

들어가여지는 것

분사 남성여성중성
εἰσαμειβομενος

εἰσαμειβομενου

εἰσαμειβομενη

εἰσαμειβομενης

εἰσαμειβομενον

εἰσαμειβομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 εἰσῆμειβον

(나는) 들어가고 있었다

εἰσῆμειβες

(너는) 들어가고 있었다

εἰσῆμειβεν*

(그는) 들어가고 있었다

쌍수 εἰσήμειβετον

(너희 둘은) 들어가고 있었다

εἰσημεῖβετην

(그 둘은) 들어가고 있었다

복수 εἰσήμειβομεν

(우리는) 들어가고 있었다

εἰσήμειβετε

(너희는) 들어가고 있었다

εἰσῆμειβον

(그들은) 들어가고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 εἰσημεῖβομην

(나는) 들어가여지고 있었다

εἰσήμειβου

(너는) 들어가여지고 있었다

εἰσήμειβετο

(그는) 들어가여지고 있었다

쌍수 εἰσήμειβεσθον

(너희 둘은) 들어가여지고 있었다

εἰσημεῖβεσθην

(그 둘은) 들어가여지고 있었다

복수 εἰσημεῖβομεθα

(우리는) 들어가여지고 있었다

εἰσήμειβεσθε

(너희는) 들어가여지고 있었다

εἰσήμειβοντο

(그들은) 들어가여지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 들어가다

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION