- 그-한 사전

헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

συμπίνω?

비축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: sympīnō 고전 발음: [쉼삐:노:] 신약 발음: [쉼삐노]

기본형: συμπίνω συμπίομαι συνἔπιον συμπέπωκα συμπέπομαι συνἐπόθην

형태분석: συμ (접두사) + πίν (어간) + ω (인칭어미)

  1. 흡수하다, 빨아들이다
  2. 적시다, 우려내다
  1. I drink together
  2. I absorb
  3. I soak

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμπίνω

συμπίνεις

συμπίνει

쌍수 συμπίνετον

συμπίνετον

복수 συμπίνομεν

συμπίνετε

συμπίνουσι(ν)

접속법단수 συμπίνω

συμπίνῃς

συμπίνῃ

쌍수 συμπίνητον

συμπίνητον

복수 συμπίνωμεν

συμπίνητε

συμπίνωσι(ν)

기원법단수 συμπίνοιμι

συμπίνοις

συμπίνοι

쌍수 συμπίνοιτον

συμπινοίτην

복수 συμπίνοιμεν

συμπίνοιτε

συμπίνοιεν

명령법단수 συμπίνε

συμπινέτω

쌍수 συμπίνετον

συμπινέτων

복수 συμπίνετε

συμπινόντων, συμπινέτωσαν

부정사 συμπίνειν

분사 남성여성중성
συμπινων

συμπινοντος

συμπινουσα

συμπινουσης

συμπινον

συμπινοντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 συμπίνομαι

συμπίνει, συμπίνῃ

συμπίνεται

쌍수 συμπίνεσθον

συμπίνεσθον

복수 συμπινόμεθα

συμπίνεσθε

συμπίνονται

접속법단수 συμπίνωμαι

συμπίνῃ

συμπίνηται

쌍수 συμπίνησθον

συμπίνησθον

복수 συμπινώμεθα

συμπίνησθε

συμπίνωνται

기원법단수 συμπινοίμην

συμπίνοιο

συμπίνοιτο

쌍수 συμπίνοισθον

συμπινοίσθην

복수 συμπινοίμεθα

συμπίνοισθε

συμπίνοιντο

명령법단수 συμπίνου

συμπινέσθω

쌍수 συμπίνεσθον

συμπινέσθων

복수 συμπίνεσθε

συμπινέσθων, συμπινέσθωσαν

부정사 συμπίνεσθαι

분사 남성여성중성
συμπινομενος

συμπινομενου

συμπινομενη

συμπινομενης

συμπινομενον

συμπινομενου

미완료(Imperfect) 시제

단순 과거(Aorist) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • οὔκ, ἀλλὰ οἶδα, ὦ Γλυκέριον, καὶ συνέπιε μεθ᾿ ἡμῶν πέρυσιν ἐν τοῖς Ἁλώοις. (Lucian, Dialogi meretricii, 1:2)

    (루키아노스, Dialogi meretricii, 1:2)

  • " καὶ ὁ Σεύθης ἀναστὰς συνέπιε καὶ συγκατεσκεδάσατο μετ αὐτοῦ τὸ κέρας, μετὰ δὲ ταῦτα εἰσῆλθον κέρασί τε οἱοίς σημαίνουσιν αὐλοῦντες καὶ σάλπιγξιν ὠμοβοείαις ῥυθμούς τε καὶ οἱονεὶ μάγαδιν σαλπίζοντες. (Athenaeus, The Deipnosophists, Book 4, book 4, chapter 35 1:17)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, Book 4, book 4, chapter 35 1:17)

  • οὐ παντὶ τῷ λαῷ ἀλλὰ μάρτυσι τοῖς προκεχειρ῀οτονημένοις ὑπὸ τοῦ θεοῦ, ἡμῖν, οἵτινες συνεφάγομεν καὶ συνεπίομεν αὐτῷ μετὰ τὸ ἀναστῆναι αὐτὸν ἐκ νεκρῶν: (, chapter 1 410:1)

    (, chapter 1 410:1)

유의어

  1. I drink together

  2. 흡수하다

  3. 적시다

파생어

출처: Wiktionary 고전 그리스어 단어 목록

이 단어를 Wiktionary에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION