Ancient Greek-English Dictionary Language

συγγενής

Third declension Adjective; 자동번역 Transliteration:

Principal Part: συγγενής συγγενές

Structure: συγγενη (Stem) + ς (Ending)

Etym.: gi/gnomai

Sense

  1. born with, congenital, innate, natural, inborn
  2. of the same family, akin to, related
  3. (substantive) kinsman, relative
  4. (neuter substantive) relationship
  5. (figuratively) akin, of like kind

Examples

  • εἴτε δὴ πᾶσι περινοστεῖ φθονῶν εἴτε μόνοσ αὐτὸν ἐν τοσούτοισ εὐτυχοῦσιν ὁ φίλτατοσ ἀνιᾷ καὶ συγγενέστατοσ, ὑπερβολὴν ἑτέρῳ κακοδαιμονίασ οὐ λέλοιπεν. (Plutarch, De fraterno amore, section 143)
  • ἐν τοσούτοισ εὐτυχοῦσιν ὁ φίλτατοσ ἀνιᾷ καὶ ὁ συγγενέστατοσ, ὑπερβολὴν ἑτέρῳ κακοδαιμονίασ οὐ λέλοιπεν, ὡσ οὖν ὁ Μέτελλοσ ᾤετο δεῖν Ῥωμαίουσ τοῖσ θεοῖσ χάριν ἔχειν, ὅτι Σκιπίων ἐν ἑτέρᾳ πόλει τοιοῦτοσ ὢν οὐκ ἐγεννήθη οὕτωσ ἕκαστοσ εὐχέσθω μάλιστα μὲν αὐτὸσ εὐπραξίᾳ διαφέρειν, εἰ δὲ μή, τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τὴν ζηλουμένην ἔχειν ὑπεροχὴν καὶ δύναμιν. (Plutarch, De fraterno amore, section 14 3:1)

Synonyms

  1. born with

  2. of the same family

  3. akin

Similar forms

Source: Ancient Greek entries from Wiktionary

Find this word at Wiktionary

SEARCH

MENU NAVIGATION