헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προσεκπυρόω

ο 축약 동사; 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προσεκπυρόω προσεκπυρώσω

형태분석: προς (접두사) + ἐκ (접두사) + πυρό (어간) + ω (인칭어미)

  1. to set on fire besides

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσεκπύρω

προσεκπύροις

προσεκπύροι

쌍수 προσεκπύρουτον

προσεκπύρουτον

복수 προσεκπύρουμεν

προσεκπύρουτε

προσεκπύρουσιν*

접속법단수 προσεκπύρω

προσεκπύροις

προσεκπύροι

쌍수 προσεκπύρωτον

προσεκπύρωτον

복수 προσεκπύρωμεν

προσεκπύρωτε

προσεκπύρωσιν*

기원법단수 προσεκπύροιμι

προσεκπύροις

προσεκπύροι

쌍수 προσεκπύροιτον

προσεκπυροίτην

복수 προσεκπύροιμεν

προσεκπύροιτε

προσεκπύροιεν

명령법단수 προσεκπῦρου

προσεκπυροῦτω

쌍수 προσεκπύρουτον

προσεκπυροῦτων

복수 προσεκπύρουτε

προσεκπυροῦντων, προσεκπυροῦτωσαν

부정사 προσεκπύρουν

분사 남성여성중성
προσεκπυρων

προσεκπυρουντος

προσεκπυρουσα

προσεκπυρουσης

προσεκπυρουν

προσεκπυρουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσεκπύρουμαι

προσεκπύροι

προσεκπύρουται

쌍수 προσεκπύρουσθον

προσεκπύρουσθον

복수 προσεκπυροῦμεθα

προσεκπύρουσθε

προσεκπύρουνται

접속법단수 προσεκπύρωμαι

προσεκπύροι

προσεκπύρωται

쌍수 προσεκπύρωσθον

προσεκπύρωσθον

복수 προσεκπυρώμεθα

προσεκπύρωσθε

προσεκπύρωνται

기원법단수 προσεκπυροίμην

προσεκπύροιο

προσεκπύροιτο

쌍수 προσεκπύροισθον

προσεκπυροίσθην

복수 προσεκπυροίμεθα

προσεκπύροισθε

προσεκπύροιντο

명령법단수 προσεκπύρου

προσεκπυροῦσθω

쌍수 προσεκπύρουσθον

προσεκπυροῦσθων

복수 προσεκπύρουσθε

προσεκπυροῦσθων, προσεκπυροῦσθωσαν

부정사 προσεκπύρουσθαι

분사 남성여성중성
προσεκπυρουμενος

προσεκπυρουμενου

προσεκπυρουμενη

προσεκπυρουμενης

προσεκπυρουμενον

προσεκπυρουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσεκπυρώσω

προσεκπυρώσεις

προσεκπυρώσει

쌍수 προσεκπυρώσετον

προσεκπυρώσετον

복수 προσεκπυρώσομεν

προσεκπυρώσετε

προσεκπυρώσουσιν*

기원법단수 προσεκπυρώσοιμι

προσεκπυρώσοις

προσεκπυρώσοι

쌍수 προσεκπυρώσοιτον

προσεκπυρωσοίτην

복수 προσεκπυρώσοιμεν

προσεκπυρώσοιτε

προσεκπυρώσοιεν

부정사 προσεκπυρώσειν

분사 남성여성중성
προσεκπυρωσων

προσεκπυρωσοντος

προσεκπυρωσουσα

προσεκπυρωσουσης

προσεκπυρωσον

προσεκπυρωσοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσεκπυρώσομαι

προσεκπυρώσει, προσεκπυρώσῃ

προσεκπυρώσεται

쌍수 προσεκπυρώσεσθον

προσεκπυρώσεσθον

복수 προσεκπυρωσόμεθα

προσεκπυρώσεσθε

προσεκπυρώσονται

기원법단수 προσεκπυρωσοίμην

προσεκπυρώσοιο

προσεκπυρώσοιτο

쌍수 προσεκπυρώσοισθον

προσεκπυρωσοίσθην

복수 προσεκπυρωσοίμεθα

προσεκπυρώσοισθε

προσεκπυρώσοιντο

부정사 προσεκπυρώσεσθαι

분사 남성여성중성
προσεκπυρωσομενος

προσεκπυρωσομενου

προσεκπυρωσομενη

προσεκπυρωσομενης

προσεκπυρωσομενον

προσεκπυρωσομενου

미완료(Imperfect) 시제

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. to set on fire besides

파생어

유사 형태

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION