헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

προσαρκέω

ε 축약 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: προσαρκέω προσαρκέσω

형태분석: προς (접두사) + ἀρκέ (어간) + ω (인칭어미)

  1. 돕다, 도와주다, 지원하다, 보조하다
  1. to yield needful aid, succour, assist

활용 정보

현재 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσάρκω

(나는) 돕는다

προσάρκεις

(너는) 돕는다

προσάρκει

(그는) 돕는다

쌍수 προσάρκειτον

(너희 둘은) 돕는다

προσάρκειτον

(그 둘은) 돕는다

복수 προσάρκουμεν

(우리는) 돕는다

προσάρκειτε

(너희는) 돕는다

προσάρκουσιν*

(그들은) 돕는다

접속법단수 προσάρκω

(나는) 돕자

προσάρκῃς

(너는) 돕자

προσάρκῃ

(그는) 돕자

쌍수 προσάρκητον

(너희 둘은) 돕자

προσάρκητον

(그 둘은) 돕자

복수 προσάρκωμεν

(우리는) 돕자

προσάρκητε

(너희는) 돕자

προσάρκωσιν*

(그들은) 돕자

기원법단수 προσάρκοιμι

(나는) 돕기를 (바라다)

προσάρκοις

(너는) 돕기를 (바라다)

προσάρκοι

(그는) 돕기를 (바라다)

쌍수 προσάρκοιτον

(너희 둘은) 돕기를 (바라다)

προσαρκοίτην

(그 둘은) 돕기를 (바라다)

복수 προσάρκοιμεν

(우리는) 돕기를 (바라다)

προσάρκοιτε

(너희는) 돕기를 (바라다)

προσάρκοιεν

(그들은) 돕기를 (바라다)

명령법단수 προσᾶρκει

(너는) 도워라

προσαρκεῖτω

(그는) 도워라

쌍수 προσάρκειτον

(너희 둘은) 도워라

προσαρκεῖτων

(그 둘은) 도워라

복수 προσάρκειτε

(너희는) 도워라

προσαρκοῦντων, προσαρκεῖτωσαν

(그들은) 도워라

부정사 προσάρκειν

돕는 것

분사 남성여성중성
προσαρκων

προσαρκουντος

προσαρκουσα

προσαρκουσης

προσαρκουν

προσαρκουντος

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσάρκουμαι

(나는) 도워진다

προσάρκει, προσάρκῃ

(너는) 도워진다

προσάρκειται

(그는) 도워진다

쌍수 προσάρκεισθον

(너희 둘은) 도워진다

προσάρκεισθον

(그 둘은) 도워진다

복수 προσαρκοῦμεθα

(우리는) 도워진다

προσάρκεισθε

(너희는) 도워진다

προσάρκουνται

(그들은) 도워진다

접속법단수 προσάρκωμαι

(나는) 도워지자

προσάρκῃ

(너는) 도워지자

προσάρκηται

(그는) 도워지자

쌍수 προσάρκησθον

(너희 둘은) 도워지자

προσάρκησθον

(그 둘은) 도워지자

복수 προσαρκώμεθα

(우리는) 도워지자

προσάρκησθε

(너희는) 도워지자

προσάρκωνται

(그들은) 도워지자

기원법단수 προσαρκοίμην

(나는) 도워지기를 (바라다)

προσάρκοιο

(너는) 도워지기를 (바라다)

προσάρκοιτο

(그는) 도워지기를 (바라다)

쌍수 προσάρκοισθον

(너희 둘은) 도워지기를 (바라다)

προσαρκοίσθην

(그 둘은) 도워지기를 (바라다)

복수 προσαρκοίμεθα

(우리는) 도워지기를 (바라다)

προσάρκοισθε

(너희는) 도워지기를 (바라다)

προσάρκοιντο

(그들은) 도워지기를 (바라다)

명령법단수 προσάρκου

(너는) 도워져라

προσαρκεῖσθω

(그는) 도워져라

쌍수 προσάρκεισθον

(너희 둘은) 도워져라

προσαρκεῖσθων

(그 둘은) 도워져라

복수 προσάρκεισθε

(너희는) 도워져라

προσαρκεῖσθων, προσαρκεῖσθωσαν

(그들은) 도워져라

부정사 προσάρκεισθαι

도워지는 것

분사 남성여성중성
προσαρκουμενος

προσαρκουμενου

προσαρκουμενη

προσαρκουμενης

προσαρκουμενον

προσαρκουμενου

미래 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσαρκέσω

(나는) 돕겠다

προσαρκέσεις

(너는) 돕겠다

προσαρκέσει

(그는) 돕겠다

쌍수 προσαρκέσετον

(너희 둘은) 돕겠다

προσαρκέσετον

(그 둘은) 돕겠다

복수 προσαρκέσομεν

(우리는) 돕겠다

προσαρκέσετε

(너희는) 돕겠다

προσαρκέσουσιν*

(그들은) 돕겠다

기원법단수 προσαρκέσοιμι

(나는) 돕겠기를 (바라다)

προσαρκέσοις

(너는) 돕겠기를 (바라다)

προσαρκέσοι

(그는) 돕겠기를 (바라다)

쌍수 προσαρκέσοιτον

(너희 둘은) 돕겠기를 (바라다)

προσαρκεσοίτην

(그 둘은) 돕겠기를 (바라다)

복수 προσαρκέσοιμεν

(우리는) 돕겠기를 (바라다)

προσαρκέσοιτε

(너희는) 돕겠기를 (바라다)

προσαρκέσοιεν

(그들은) 돕겠기를 (바라다)

부정사 προσαρκέσειν

도울 것

분사 남성여성중성
προσαρκεσων

προσαρκεσοντος

προσαρκεσουσα

προσαρκεσουσης

προσαρκεσον

προσαρκεσοντος

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσαρκέσομαι

(나는) 도워지겠다

προσαρκέσει, προσαρκέσῃ

(너는) 도워지겠다

προσαρκέσεται

(그는) 도워지겠다

쌍수 προσαρκέσεσθον

(너희 둘은) 도워지겠다

προσαρκέσεσθον

(그 둘은) 도워지겠다

복수 προσαρκεσόμεθα

(우리는) 도워지겠다

προσαρκέσεσθε

(너희는) 도워지겠다

προσαρκέσονται

(그들은) 도워지겠다

기원법단수 προσαρκεσοίμην

(나는) 도워지겠기를 (바라다)

προσαρκέσοιο

(너는) 도워지겠기를 (바라다)

προσαρκέσοιτο

(그는) 도워지겠기를 (바라다)

쌍수 προσαρκέσοισθον

(너희 둘은) 도워지겠기를 (바라다)

προσαρκεσοίσθην

(그 둘은) 도워지겠기를 (바라다)

복수 προσαρκεσοίμεθα

(우리는) 도워지겠기를 (바라다)

προσαρκέσοισθε

(너희는) 도워지겠기를 (바라다)

προσαρκέσοιντο

(그들은) 도워지겠기를 (바라다)

부정사 προσαρκέσεσθαι

도워질 것

분사 남성여성중성
προσαρκεσομενος

προσαρκεσομενου

προσαρκεσομενη

προσαρκεσομενης

προσαρκεσομενον

προσαρκεσομενου

미완료(Imperfect) 시제

능동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσῆρκουν

(나는) 돕고 있었다

προσῆρκεις

(너는) 돕고 있었다

προσῆρκειν*

(그는) 돕고 있었다

쌍수 προσήρκειτον

(너희 둘은) 돕고 있었다

προσηρκεῖτην

(그 둘은) 돕고 있었다

복수 προσήρκουμεν

(우리는) 돕고 있었다

προσήρκειτε

(너희는) 돕고 있었다

προσῆρκουν

(그들은) 돕고 있었다

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 προσηρκοῦμην

(나는) 도워지고 있었다

προσήρκου

(너는) 도워지고 있었다

προσήρκειτο

(그는) 도워지고 있었다

쌍수 προσήρκεισθον

(너희 둘은) 도워지고 있었다

προσηρκεῖσθην

(그 둘은) 도워지고 있었다

복수 προσηρκοῦμεθα

(우리는) 도워지고 있었다

προσήρκεισθε

(너희는) 도워지고 있었다

προσήρκουντο

(그들은) 도워지고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

유의어

  1. 돕다

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION