헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

οἰμωγή

1군 변화 명사; 여성 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: οἰμωγή

형태분석: οἰμωγ (어간) + η (어미)

어원: from oi)mw/zw

  1. 비탄, 통곡, 울부짖음
  1. loud wailing, lamentation

곡용 정보

1군 변화
단수 쌍수 복수
주격 οἰμωγή

비탄이

οἰμωγᾱ́

비탄들이

οἰμωγαί

비탄들이

속격 οἰμωγῆς

비탄의

οἰμωγαῖν

비탄들의

οἰμωγῶν

비탄들의

여격 οἰμωγῇ

비탄에게

οἰμωγαῖν

비탄들에게

οἰμωγαῖς

비탄들에게

대격 οἰμωγήν

비탄을

οἰμωγᾱ́

비탄들을

οἰμωγᾱ́ς

비탄들을

호격 οἰμωγή

비탄아

οἰμωγᾱ́

비탄들아

οἰμωγαί

비탄들아

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • καὶ θεωρήσαντεσ οἱ Ἰουδαῖοι μέγα εἰσ οὐρανὸν ἀνέκραξαν, ὥστε καὶ τοὺσ παρακειμένουσ αὐλῶνασ συνηχήσαντασ ἀκατάσχετον οἰμωγὴν ποιῆσαι παντὶ τῷ στρατοπέδῳ. (Septuagint, Liber Maccabees III 6:17)

    (70인역 성경, Liber Maccabees III 6:17)

  • καταλήξαντεσ δὲ θρήνου πανόδυρτον μέλοσ ἀνέλαβον ᾠδὴν πάτριον, τὸν σωτῆρα καὶ τερατοποιὸν αἰνοῦντεσ Θεόν. οἰμωγήν τε πᾶσαν καὶ κωκυτὸν ἀπωσάμενοι χοροὺσ συνίσταντο εὐφροσύνησ εἰρηνικῆσ σημεῖον. (Septuagint, Liber Maccabees III 6:32)

    (70인역 성경, Liber Maccabees III 6:32)

  • ἠκούσατ’ ἀνδρὸσ Θρῃκὸσ οἰμωγήν, φίλαι; (Euripides, Hecuba, episode, lyric 1:2)

    (에우리피데스, Hecuba, episode, lyric 1:2)

  • ἀλλὰ πρὸσ τὴν οἰμωγὴν αὐτῶν ἐπικλασθέντασ τοὺσ θεοὺσ πῦρ τε ἀναδεῖξαι ἀπὸ τῆσ Λυκίασ, ὡσ γνωρίσαι τὸν τόπον ἐκεῖνον, καί τινα λαμπρὸν ἀστέρα Διοσκούρων τὸν ἕτερον ἐπικαθίσαι τῷ καρχησίῳ καὶ κατευθῦναι τὴν ναῦν ἐπὶ τὰ λαιὰ ἐσ τὸ πέλαγοσ ἤδη τῷ κρημνῷ προσφερομένην· (Lucian, 17:2)

    (루키아노스, 17:2)

  • φόνιον οἰμωγὴν κλύω. (Euripides, episode9)

    (에우리피데스, episode9)

유의어

  1. 비탄

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION