Ancient Greek-English Dictionary Language

μηχανοποιός

Second declension Noun; Masculine 자동번역 Transliteration:

Principal Part: μηχανοποιός μηχανοποιοῦ

Structure: μηχανοποι (Stem) + ος (Ending)

Etym.: poie/w

Sense

  1. an engineer, maker of war-engines, machinist

Declension

Second declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • Ἀλέξανδροσ δὲ τό τε χῶμα ἀπὸ τῆσ ἠπείρου ἀρξαμένουσ πλατύτερον χωννύναι, ὡσ πλείονασ δέξασθαι πύργουσ, καὶ τοὺσ μηχανοποιοὺσ μηχανὰσ ἄλλασ κατασκευάζειν ἐκέλευσεν. (Arrian, Anabasis, book 2, chapter 19 6:1)
  • καίτοι εἰ βούλοιτο λέγειν, ὦ Καλλίκλεισ, ἅπερ ὑμεῖσ, σεμνύνων τὸ πρᾶγμα, καταχώσειεν ἂν ὑμᾶσ τοῖσ λόγοισ, λέγων καὶ παρακαλῶν ἐπὶ τὸ δεῖν γίγνεσθαι μηχανοποιούσ, ὡσ οὐδὲν τἆλλά ἐστιν· (Plato, Euthydemus, Protagoras, Gorgias, Meno, 398:4)
  • ἐπεὶ δὲ ταῦτ’ ἔδοξεν, ἐπορίζοντο μὲν μηχανοποιούσ, παρεσκευάζοντο δ’ ἕκαστοι εἰσ τὰσ μηχανὰσ ὧν ἔδει· (Xenophon, Cyropaedia, , chapter 1 26:1)
  • οἱ δὲ Τύριοι χαλκεῖσ ἔχοντεσ τεχνίτασ καὶ μηχανοποιοὺσ κατεσκεύασαν φιλότεχνα βοηθήματα. (Diodorus Siculus, Library, book xvii, chapter 43 1:1)
  • οὗτοι δὲ καὶ τοὺσ διακόνουσ παρέχουσι, τυμπανιστάσ, κωδωνοφόρουσ, ἔτι δὲ καὶ ἱπποκόμουσ καὶ μηχανοποιοὺσ καὶ τοὺσ τούτων ὑπηρέτασ· (Strabo, Geography, book 15, chapter 1 104:3)

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION