- Greek-English Dictionary

Ancient Greek-English Dictionary Language

μέλισμα?

Third declension Noun; Neuter 자동번역 Transliteration: melisma

Principal Part: μέλισμα μέλισματος

Structure: μελισματ (Stem)

Etym.: μελίζω

Sense

  1. a song, a tune

Declension

Third declension

The inflection forms above were generated by rules and some usages of them were not attested.

Due to a bug of system, some forms may display wrong accents.

Examples

  • ἤδη δ ὦν πόσιος τοὶ τέσσαρες ἐν βάθει ἦμες, χὡ Λαρισαῖος "τὸν ἐμὸν Λύκον" ᾆδεν ἀπ ἀρχᾶς, Θεσσαλικόν τι μέλισμα, κακαὶ φρένες: (Theocritus, Idylls, 34)
  • ἁδὺ δέ μοι τὸ μέλισμα, καὶ ἢν σύριγγι μελίσδω, κἢν αὐλῷ δονέω, κἢν δώνακι, κἢν πλαγιαύλῳ. (Theocritus, Idylls, 19)
  • ἐν δ ἄρ Ἀνακρείοντα, τὸ μὲν γλυκὺ κεῖνο μέλισμα, νέκταρος, εἰς δ ἐλέγους ἄσπορον ἀνθέμιον ἐν δὲ καὶ ἐκ φορβῆς σκολιότριχος ἄνθος ἀκάνθης Ἀρχιλόχου, μικρὰς στράγγας ἀπ ὠκεανοῦ: (Unknown, Greek Anthology, book 4, chapter 1 7:1)
  • οὐδέ σευ ἐκ καλάμων κερααὶ βόες ἁδὺ μέλισμα δέξονται, σκιερᾷ πὰρ δρυϊ` κεκλιμένου. (Unknown, Greek Anthology, Volume II, book 7, chapter 1742)
  • Ἀχήεις τέττιξ, δροσεραῖς σταγόνεσσι μεθυσθείς, ἀγρονόμαν μέλπεις μοῦσαν ἐρημολάλον ἄκρα δ ἐφεζόμενος πετάλοις, πριονώδεσι κώλοις αἰθίοπι κλάζεις χρωτὶ μέλισμα λύρας. (Unknown, Greek Anthology, Volume II, book 7, chapter 1961)

Synonyms

  1. a song

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION