헬라어(고대 그리스어, 희랍어)-한국어-영어 사전 Language

κατάκειμαι

-μι 무어간모음 동사; 자동번역 로마알파벳 전사: 고전 발음: [] 신약 발음: []

기본형: κατάκειμαι κατάκείσομαι

형태분석: κατα (접두사) + κεί (어간) + μαι (인칭어미)

어원: Pass., only in pres. and imperf.

  1. 눕다, 위치하다, 거짓말하다, 속이다
  2. 숨다, 잠행하다, 잠복하다
  3. 자듯이 눕다, 가만히 눕다
  1. to lie down, lie outstretched, to lie
  2. to lie hid, lurk
  3. to lie stored up
  4. to lie sick, to lie idle
  5. to recline at meals
  6. to lie sloping to the sea, Usticae cubantis)

활용 정보

현재 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατακείμαι

(나는) 눕는다

κατακείσαι

(너는) 눕는다

κατακείται

(그는) 눕는다

쌍수 κατακείσθον

(너희 둘은) 눕는다

κατακείσθον

(그 둘은) 눕는다

복수 κατακείμεθα

(우리는) 눕는다

κατακείσθε

(너희는) 눕는다

κατακείνται

(그들은) 눕는다

접속법단수 κατακείωμαι

(나는) 눕자

κατακείῃ

(너는) 눕자

κατακείηται

(그는) 눕자

쌍수 κατακείησθον

(너희 둘은) 눕자

κατακείησθον

(그 둘은) 눕자

복수 κατακειώμεθα

(우리는) 눕자

κατακείησθε

(너희는) 눕자

κατακείωνται

(그들은) 눕자

기원법단수 κατακειίμην

(나는) 눕기를 (바라다)

κατακείιο

(너는) 눕기를 (바라다)

κατακείιτο

(그는) 눕기를 (바라다)

쌍수 κατακείισθον

(너희 둘은) 눕기를 (바라다)

κατακειίσθην

(그 둘은) 눕기를 (바라다)

복수 κατακειίμεθα

(우리는) 눕기를 (바라다)

κατακείισθε

(너희는) 눕기를 (바라다)

κατακείιντο

(그들은) 눕기를 (바라다)

명령법단수 κατακείσο

(너는) 누워라

κατακείσθω

(그는) 누워라

쌍수 κατακείσθον

(너희 둘은) 누워라

κατακείσθων

(그 둘은) 누워라

복수 κατακείσθε

(너희는) 누워라

κατακείσθων

(그들은) 누워라

부정사 κατακείσθαι

눕는 것

분사 남성여성중성
κατακειμενος

κατακειμενου

κατακειμενη

κατακειμενης

κατακειμενον

κατακειμενου

미래 시제

중간태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατακείσομαι

(나는) 눕겠다

κατακείσει, κατακείσῃ

(너는) 눕겠다

κατακείσεται

(그는) 눕겠다

쌍수 κατακείσεσθον

(너희 둘은) 눕겠다

κατακείσεσθον

(그 둘은) 눕겠다

복수 κατακεισόμεθα

(우리는) 눕겠다

κατακείσεσθε

(너희는) 눕겠다

κατακείσονται

(그들은) 눕겠다

기원법단수 κατακεισοίμην

(나는) 눕겠기를 (바라다)

κατακείσοιο

(너는) 눕겠기를 (바라다)

κατακείσοιτο

(그는) 눕겠기를 (바라다)

쌍수 κατακείσοισθον

(너희 둘은) 눕겠기를 (바라다)

κατακεισοίσθην

(그 둘은) 눕겠기를 (바라다)

복수 κατακεισοίμεθα

(우리는) 눕겠기를 (바라다)

κατακείσοισθε

(너희는) 눕겠기를 (바라다)

κατακείσοιντο

(그들은) 눕겠기를 (바라다)

부정사 κατακείσεσθαι

누울 것

분사 남성여성중성
κατακεισομενος

κατακεισομενου

κατακεισομενη

κατακεισομενης

κατακεισομενον

κατακεισομενου

미완료(Imperfect) 시제

중간태/수동태
1인칭2인칭3인칭
직설법단수 κατεκείμην

(나는) 눕고 있었다

κατεκείου, κατέκεισο

(너는) 눕고 있었다

κατέκειτο

(그는) 눕고 있었다

쌍수 κατέκεισθον

(너희 둘은) 눕고 있었다

κατεκείσθην

(그 둘은) 눕고 있었다

복수 κατεκείμεθα

(우리는) 눕고 있었다

κατέκεισθε

(너희는) 눕고 있었다

κατέκειντο

(그들은) 눕고 있었다

위에 제시된 변화형은 규칙에 따라 생성된 것이며 일부 형태는 실제 사용여부가 입증되지 않았으니, 참고용으로만 사용하시길 바랍니다.

현재 일부 변화형의 강세가 잘못 표기되는 오류가 있어 수정 중에 있으니 유의하시길 바랍니다.

예문

  • δεῖ οὖν ὥσπερ ἐν τοῖσ Περσικοῖσ δείπνοισ κάτω νεύοντα κατακεῖσθαι, δεδιότα μή τισ εὐνοῦχόσ σε ἴδῃ προσβλέψαντα μιᾷ, τῶν παλλακίδων, ἐπεὶ ἄλλοσ γε εὐνοῦχοσ ἐντεταμένον πάλαι τὸ τόξον ἔχων ἃ μὴ θέμισ ὁρῶντα ἕτοιμοσ κολάσαι διαπείρασ τῷ οἰστῷ μεταξὺ πίνοντοσ τὴν γνάθον. (Lucian, De mercede, (no name) 29:3)

    (루키아노스, De mercede, (no name) 29:3)

  • ἀντέχεισ δὲ ὅμωσ, καὶ πολλάκισ κατακεῖσθαι δέον, οὐδὲ τοῦτο συγκεχώρηται· (Lucian, De mercede, (no name) 31:4)

    (루키아노스, De mercede, (no name) 31:4)

  • ὦ ἑταῖρε, ὁ Αἰακὸσ ἀπομετρήσῃ ἑκάστῳ τὸν τόπον, ‐ δίδωσι δὲ τὸ μέγιστον οὐ πλέον ποδὸσ ‐ ἀνάγκη ἀγαπῶντα κατακεῖσθαι πρὸσ τὸ μέτρον συνεσταλμένον. (Lucian, Necyomantia, (no name) 17:5)

    (루키아노스, Necyomantia, (no name) 17:5)

  • εἶτα μηδενὸσ ἀνεχομένου πλησίον κατακεῖσθαι αὐτοῦ ἐμὲ ὑποκατακλίνουσι φέροντεσ, ὡσ ὁμοτράπεζοι εἰήμεν. (Lucian, Gallus, (no name) 11:4)

    (루키아노스, Gallus, (no name) 11:4)

  • νῦν δὲ ἐπὶ τοσοῦτον ἐκπεπτώκαμεν ὡσ κατακεῖσθαι δαινύμενοι. (Athenaeus, The Deipnosophists, book 1, chapter 31 2:5)

    (아테나이오스, The Deipnosophists, book 1, chapter 31 2:5)

유의어

  1. 눕다

  2. 숨다

  3. to lie stored up

  4. 자듯이 눕다

  5. to recline at meals

파생어

출처: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

이 단어를 Perseus Greek Word Study Tool에서 찾기

SEARCH

MENU NAVIGATION