Ancient Greek-English Dictionary Language

ἑκατόμπεδος

First/Second declension Adjective; Transliteration:

Principal Part: ἑκατόμπεδος ἑκατόμπεδον

Structure: ἑκατομπεδ (Stem) + ος (Ending)

Etym.: pou/s

Sense

  1. measuring a hundred feet

Examples

  • νευόντων δὲ καὶ τούτων εἰσ τὰ προειρημένα διαστήματα δύ’ αὗται πάλιν ἀποτελοῦνται ῥῦμαι, τὰσ μὲν ἀρχὰσ ἀπὸ τῆσ αὐτῆσ εὐθείασ λαμβάνουσαι καὶ τὰσ εἰσβολάσ, ὁμοίωσ τοῖσ ἱππεῦσιν, ἐκ τοῦ πρὸ τῶν χιλιάρχων ἑκατομπέδου διαστήματοσ, λήγουσαι δὲ πρὸσ τὴν καταντικρὺ τῶν χιλιάρχων πλευρὰν τοῦ χάρακοσ, ἣν ἐξ ἀρχῆσ ὑπεθέμεθα κατὰ πρόσωπον εἶναι τοῦ παντὸσ σχήματοσ. (Polybius, Histories, book 6, chapter 29 7:1)

Synonyms

  1. measuring a hundred feet

Related

Source: Henry George Liddell. Robert Scott. "A Greek-English Lexicon". revised and augmented throughout by. Sir Henry Stuart Jones.

Find this word at Perseus Greek Word Study Tool

SEARCH

MENU NAVIGATION